Τετάρτη, Μαΐου 02, 2007

Και η "ζωή" συνεχίζεται...


Γύρω στις 12 το βράδυ στο μαγαζί, βγάζουν τα "πολιτικά" τους και βάζουν τη στολή τους - τη γύμνια τους.

Κατεβαίνουν στην αίθουσα και κάθονται στους καναπέδες. Ώσπου να έρθουν οι πελάτες, κουτσομπολεύουν μεταξύ τους. Λένε για τους γκόμενούς τους, σχεδόν πάντα ψέμματα. Ντρέπονται η μια την άλλη. Μα και η άλλη ντρέπεται με τη σειρά της. Και όλες ξέρουν πως λένε ψέμματα. Συνεχίζουν όμως. Μια απαραίτητη σύμβαση, συνεισφορά στον αυτοσεβασμό τους. Μάταια προσπάθεια. Σχεδόν καμία δεν σέβεται τον εαυτό της. Κι αν στην αρχή τον σεβόταν, μετά από τόσα χρόνια γύμνιας, ψέμματος, βίας, εκπόρνευσης, ναρκωτικών, ξύλου, φόβου, κυνηγητού, κάτι τέτοιο απλώς δεν είναι δυνατόν.

Φιλίες λιγοστές. Πραγματικές φιλίες καθόλου. Συνεργασία μερικές φορές και υποστήριξη κάποιες άλλες. Μοναξιά σε όλα τα επίπεδα. Μόνες, αυτές και το κορμί τους. Ίσως γι' αυτό και το κοιτούν τόσο συχνά στους καθρέφτες. Είναι η παρέα τους, η συντροφιά τους, το βάσανό τους μα ταυτόχρονα και το μόνο για το οποίο εξακολουθούν να είναι περήφανες.

Πίνουν το πρώτο ποτό τους και ανάβουν τσιγάρο - όσες καπνίζουν. Οι πελάτες έρχονται σιγά σιγά. Αρχίζουν τη γύρα:

"- Θέλεις χορό;"

" - Θέλεις να καβλώσεις;"

" - Θέλεις κάτι σπέσιαλ με 10 κάρτες;"

" - Θα με κεράσεις ένα ποτό να μιλήσουμε;"

" - Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο καβλιάρα είμαι..."

" - Μα τι θες εσύ εδώ, τόσο όμορφος άντρας;"

" - Νομίζω πως μόλις συνάντησες το όνειρό σου - εμένα!"


Φράσεις σχεδόν κλισέ, σε σπαστά και με βαρειά προφορά ελληνικά. Επαναλαμβάνονται όλη τη νύχτα. Μεσολαβούν περίπου 7 ώρες. Και ύστερα ουρά στο ταμείο, να πληρωθούν τις κάρτες τους - σαν τα παιχνίδια στο λούνα παρκ. Μετράνε αρκετές φορές τα 3οο, 400 ή 500 ευρώ που τους δίνει ο ταμίας - πολλές φορές το μεθύσι δεν βοηθά την κατάσταση - τα τοποθετούν στο μικρό τσαντάκι τους και ανεβαίνουν στα καμαρίνια. Φορούν τα "πολιτικά" τους, ρούχα χαμηλής αξίας και αισθητικής, τα αθλητικά τους παπούτσια οι περισσότερες - 7 ώρες πάνω σε εικοσάποντα τακούνια σε εξουθενώνουν φαντάζομαι.

Βγαίνουν γρήγορα από το μαγαζί, χώνονται σε ταξί που έχουν ήδη καλέσει και χάνονται στη Συγγρού. Στο βάθος ο Σαρωνικός φεγγίζει.

Καλημέρα για τους άλλους, γι' αυτές καληνύχτα. Πάντα.

Παρασκευή, Απριλίου 06, 2007

Μητέρα - φτώχεια


Η Άλα έχει έρθει στην Ελλάδα εδώ και 4 χρόνια.
Κοπέλα ψηλή - πάνω από 1.75 - αδύνατη, μεγάλα πόδια, ωραίο σώμα. Αυτό όμως που προσέχεις σ' αυτήν είναι το πρόσωπό της: στρογγυλό, με ιδιαιτέρως τονισμένα τα ζυγωματικά, μικρή και χαριτωμένη μυτούλα, όμορφο στόμα - κυρίως όταν χαμογελάει, γιατί να γελάει δεν την έχω δει ποτέ. Και ύστερα τα μάτια της. Μεγάλα και σχιστά ταυτόχρονα, πράσινα και φωτεινά, τα μάτια ενός ξωτικού. Μονίμως λυπημένα, ακόμα κι όταν η ίδια είναι ευχαριστημένη.
Γυρνάει μέσα στα σκοτάδια του μαγαζιού, ανάλαφρη μα λίγο σκυφτή - σαν τις κοπέλες που σκύβουν γιατί ντρέπονται για το στήθος τους. Το περπάτημά της δεν αποπνέει θηλυκότητα κυρίως, μα κούραση και αποστασιοποίηση. Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, είναι ξένο σώμα γι' αυτήν.

Έφυγε από την πατρίδα της πριν πέντε χρόνια - πρώην σοβιετική δημοκρατία. Πήγε στην Ιταλία, μαζί με μια φίλη της και την αδελφή του τότε αγοριού της. Πήγαν να δουλέψουν, να βγάλουν λεφτά. Ένα βράδυ, η φίλη τους έκανε την πρώτη βίζιτα, 500 ευρώ το αντίτιμο. Γύρισε σπίτι, πέταξε τα λεφτά πάνω στο τραπέζι και έβαλε τα κλάματα. Αισθανόταν βρώμικο τον εαυτό της, δεν άντεχε το σώμα της. Την λυπήθηκε τόσο που αποφάσισε να μην γίνει βίζιτα, να μην γαμιέται. Και τότε άκουσε πως στην Ελλάδα υπάρχουν στριπτιζάδικα που δεν πιέζουν τις κοπέλες να βγαίνουν στη βίζιτα. Μπορούν απλώς να κάνουν χορό και στριπτίζ. Ήρθε έτσι στην Αθήνα. Και ξεκίνησε δουλειά. Όχι πως αυτό της άρεσε, μα ήταν προτιμότερο από τη βίζιτα. Άρχισε να μαζεύει λεφτά, να στέλνει στην οικογένειά της στην πατρίδα.

Γνώρισε κι έναν Έλληνα, τον ερωτεύτηκε πολύ, έμεινε μαζί του. Ήταν όμως κακή περίπτωση αυτός, έτσι τουλάχιστον της έλεγαν οι άλλοι. Τα προβλήματα πολλά - τίποτα το ξεχωριστό δηλαδή, όπως συμβαίνει με τόσες και τόσες κοπέλες της δουλειάς της.

Η Άλα δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της. Ήταν και μικρή, τώρα έφτασε τα 24. Βασανιζόταν, μα τον αγαπούσε - έτσι αισθανόταν αυτή. Και τελικά τη λύση την έδωσε η ίδια η ζωή: αναγκαστικά δεν μπορούσε πια να είναι μαζί του, λόγοι "ανωτέρας βίας".

Η Άλα είναι κορίτσι παράξενο. Από μικρή την ενδιέφερε η "άλλη" ζωή, ο "άλλος" κόσμος, όχι αυτό που όλοι βλέπουμε. Έβλεπε παράξενα όνειρα. Έπαιζε με κάρτες ταρό, η γιαγιά της ήταν ξακουστή πως αν και δεν ήταν γιατρός θεράπευε πολλούς. Κληρονομικό το χάρισμα, της φαίνονταν όλα φυσιολογικά. Εκεί μάλλον οφείλει και το ιδιαίτερο βλέμμα της. Διαβάζει πολύ, σκέφτεται περισσότερο. Στενοχωριέται για τη ζωή που ζει αυτή και οι άλλες κοπέλες, όσο μπορεί όμως την υπομένει.

Υπάρχουν περίοδοι που αισθάνεται αδύναμη. Κουρασμένη και γερασμένη αισθάνεται σχεδόν πάντα. Είναι όμως πολύ δυνατή. Έχει πειθαρχία και έχει βάλει στόχο - άγνωστο σε μένα προς το παρόν.

Μια μέρα με πλησίασε η Άλα στο μαγαζί. Εδώ και καιρό μιλούσαμε, τα τυπικά.

Μου είπε πως γράφει ποιήματα στα ελληνικά. Με ρώτησε αν θα ήθελα να μου τα δείξει - δεν τα είχε δει κανείς. Όταν τη ρώτησα γιατί διάλεξε εμένα, χαμογέλασε με κοίταξε με τα καταπράσινα - σαν-ξωτικού-μάτια της και μου είπε:

" - Θέλεις ή δεν θέλεις;"

Φυσικά και ήθελα. Μου έφερε την άλλη φορά που την είδα, σε ένα χαρτί από τετράδιο, ένα ποιήμα της. Έπαθα πλάκα, συγκινήθηκα. Της ζήτησα την άδεια να το δουν και μερικοί φίλοι μου. Δεν την ένοιαζε, αφού το έδειξε σε έναν - είπε - είναι το ίδιο να το δουν και άλλοι. Δεν είναι πια μόνο δικό της. Ορίστε:

"Τα φαινόμενα
Τα έχω δει από καιρό.
Έχω χαθεί - κενό.
Η ζωή κατέληξε στη νύχτα
Η ελπίδα κάπου μακριά
και όλα γύρω μου σκοτάδι, πολύ στενά.
Κοιτάω δρόμους που οδηγούν στο πουθενά.
Ανθρώπους που χαλάνε χρόνο στη στεριά
και δίπλα τους η μητέρα - φτώχεια.
Ψυχές πετάξανε να βρούνε κάπου ηρεμία
εμείς τελειώνουμε το ταξίδι σιγά-σιγά
Και πάλι στη στεριά.
Κενό, σκοτάδι και μητέρα - φτώχεια."

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2007

Φώτα, μουσική, πάμε!


Καλώς σας βρήκα.

Ήταν ένα διάλειμμα στη στενή μας σχέση(λέμε τώρα) - συνήθως τα διαλείμματα αυτά κάνουν καλό. Όπως λένε επαναφέρουν το ενδιαφέρον, τη συγκίνηση, μια δόση αδρεναλίνης - που η καθημερινή επαφή τείνει να εξαφανίσει.

Βέβαια, αρκετές φορές τα διαλείμματα αυτά επιφέρουν και οριστικούς χωρισμούς. Ίδωμεν.

Πίσω λοιπόν στις ιστορίες για τον κόσμο του striptease.

Φώτα, μουσική, πάμε!

Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2007

Άντε ρε μαλάκα...(sorry Pascal)

Είχα να την δω πάνω από 20 μέρες. Περνώντας από τον καναπέ, μου ένευσε, κάτι σαν "θα τα πούμε αργότερα". Πράγματι, γύρω στις 5 το πρωί, ήρθε στον καναπέ. Αδύνατη όπως πάντα, πλατινέ μακρύ μαλλί όπως πάντα, αντράκι όπως πάντα. Κάθησε πάνω στο δεξί μου πόδι και με αγκάλιασε και με τα δύο χέρια της απ' το λαιμό μου. Με φίλησε και την φίλησα.
"- Τι κάνεις κορίτσι μου;"
" - 'Αντε γαμήσου ρε μαλάκα". Έτσι προσπαθούσε πάντα να κρύψει την συναισθηματική της φόρτιση. Συνέχισε να έχει το ένα της χέρι περασμένο γύρω από το λαιμό μου.
" - Και εγώ χαίρομαι που σε βλέπω", της είπα.
Πήρε τσιγάρο και το άναψε. Ανοιγόκλεισε τις μεγάλες και ψεύτικες βλεφαρίδες της, ξεφύσηξε τον καπνό και μου είπε:
" - Δηλαδή ρε μαλάκα, εδώ ερχόμαστε σε σας, για να πάρουμε κάρτες;"
Δεν καταλαβαίνω σε τι αναφέρεται. Απομακρύνω λίγο το κεφάλι μου, χαλαρώνω τη λαβή της και την κοιτάω στο πρόσωπο.


" - Τι λες παιδάκι μου;" Αυτή συνεχίζει με τη μπάσα φωνή της και την χαρακτηριστική βαρειά ξενική προφορά στα ελληνικά της:
" - Αυτό που σου λέω, μαλάκα. Ερχόμαστε εδώ για να πάρουμε κάρτες; Γιατί τα γράφεις αυτά;"
΄Ωπα, αρχίζω να μπαίνω στο νόημα.
" - Τι γράφω;"
" - Τα διάβασα όλα. Αυτές τις μαλακίες που γράφεις στο ίντερνετ για μας."
Απίστευτο. Είχε βρει το blog και διάβασε τα κείμενά μου. Και όπως ήταν φυσικό, δεν κατάλαβε καλά. Μιλάει καλά ελληνικά, αλλά το διάβασμα είναι μια άλλη υπόθεση. Προσπαθώ να της εξηγήσω.
" - Κοίτα Μίκα, δεν είναι έτσι. Δεν έγραφα πως έρχεστε για κάρτες. Έγραφα πως έρχονται οι κοπέλες και κτυπάνε κάρτα στον καναπέ μας. Αυτό σημαίνει πως κάνετε κάτι που επαναλαμβάνεται κάθε φορά, όπως οι εργαζόμενοι που κτυπούν κάρτα, όταν πηγαίνουν το πρωί στη δουλειά. Κάτι σαν να το έχετε υποχρέωση."
" - Ποια υποχρέωση; Θυμάσαι πόσες φορές μου είπες να με κεράσεις ποτό και εγώ σου είπα όχι, μην χαλάς τα λεφτά σου. Και συ γράφεις μαλακίες..."
Με τα πολλά καταλαβαίνει πως ήταν παρεξήγηση. Νόμιζα πως όλα τέλειωσαν. Κι όμως:
" - Και δεν μου λες, πότε έχεις έρθει εσύ εδώ με Αρμάνι μουστούμι και παπούτσια Πράντα; Όλο μαλακίες έγραφες. Και είχα θυμώσει τόσο όταν τα διάβαζα, δεν έβρισκα όμως τον τρόπο να σου γράψω, όπως όλοι οι άλλοι από κάτω".
" - Ρε συ, εκείνο το κείμενο είχε τίτλο Όνειρο, δεν ήταν αλήθεια. Ήταν σαν να το είχα δει στον ύπνο μου."
" - Και σιγά μην παντρεύτηκες κάποια στην κουζίνα, μαλάκα..." συνεχίζει ακάθεκτη. Θυμάται πολλές λεπτομέρειες, μου κάνει εντύπωση. Όταν με τα πολλά την πείθω πως γράφω κάτι σαν λογοτεχνία, ό,τι δεν είναι πιστή περιγραφή της πραγματικότητας όλα τα κείμενά μου, τότε μου αναφέρει τις Δέκα Εντολές για το στριπτιζάδικο:
" - Και αφού είναι λογοτέχνη(sic), τότε γιατί έγραψες οδηγίες για το μαγαζί; Και τους λες να μας μεθάνε; Να έρχονται αργά, για να πληρώνουν λιγότερα; Να προσέχουν να μην τους δουλεύουμε; Με ποιους είσαι ρε μαλάκα; Με μας ή με τους άλλους; Μαλάκα, ε μαλάκα!"
Δεν είχα ξανακούσει τόσο πολλές φορές το χαρακτηρισμό "μαλάκας" να απευθύνεται σε μένα. Κι αντί να θυμώσω, είχα ξεκαρδιστεί στα γέλια. Και τόσο η Μίκα "φόρτωνε".
Και καθώς την κοίταζα να ξεδίνει και να ηρεμεί σιγά σιγά, με το χέρι της πάντα γύρω απ' το λαιμό μου, προσπάθησα να την ησυχάσω.
" - Ηρέμησε, όσα γράφω είναι συνήθως καλά για σας. Αφού πολλές γυναίκες που τα διαβάζουν, με βρίζουν που σας υπερασπίζομαι και σας παρουσιάζω τόσο καλές..."
" - Καλά, άστα αυτά μαλάκα, δεν με κοροϊδεύεις εμένα" είπε σαφώς πιο ήρεμη, με χαμόγελο στα χείλη της " και δεν μου λες, σε διαβάζουν πολλοί;"
" - Μπα, μην ανησυχείς. Λίγοι με διαβάζουν, κάτι φίλοι μου μόνο." Και τότε σκέφτηκα πως αν το μάθουν και άλλες κοπέλες, θα πρέπει να εξηγώ στην καθεμιά τους, μέρες ολόκληρες!" Κοίτα μόνο, δεν θέλω να το ξέρει κανείς πως είμαι εγώ αυτός που τα γράφει, έτσι;"
" - Α, εντάξει τότε. Θέλω όμως να μου πεις πώς θα σου αφήνω κι εγώ μήνυμα, να σε βρίζω. Άμα σου γράφω κάτι, το βλέπουν και οι άλλοι;"

" - Φυσικά, όλοι το βλέπουν".

" - Και να σου πω και κάτι άλλο; Μην έχεις τίτλο στη σελίδα σου Striptease, καλύτερα να την λες Μαλάκας".

" - Αυτό δεν μπορώ να το κάνω Μίκα μου" απάντησα, "γιατί τον τίτλο αυτό τον κατέχει άλλος"

Sorry ρε συ Pascal (malaka)!

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007

Μίσος


Τον μισώ.
Κάθε που με κοιτάει, έρχεται και πιο κοντά μου.
Όταν δεν έρχεται στο μαγαζί, τρελαίνομαι. Μου λείπει.
Όταν έρχεται στο μαγαζί, τρελαίνομαι. Δεν θέλω να είναι αυτός ο κόσμος μου.
Κι αν είναι, δεν θέλω να βρίσκεται εκεί κι αυτός.
Τον μισώ.
Όσο κι αν προσπάθησα να μην τον θέλω, τίποτα δεν πέτυχα.
Όσο κι αν προσπάθησα να βρεθώ μαζί του, ποτέ δεν το τόλμησα.
Τον μισώ.
Περνάει ο χρόνος και η ήττα μου είναι πια ολοφάνερη.
Ο φόβος μου πανηγυρίζει.
Η ηρεμία, ουτοπία. Πουθενά πια κάλμα, όταν τον σκέφτομαι.
Τον μισώ.
Όσο με θέλει, τόσο πιο μακριά του αισθάνομαι.
Όσο με καταλαβαίνει, τόσο πιο ανάξιά του είμαι;
Όσο, λες και δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο, εισχωρεί στο μυαλό και στην ψυχή μου.
Λες και δεν είναι πανύψηλος ο τοίχος που τόσα χρόνια έχτιζα.
Μα δεν τον βλέπει;
Να πεις πως δεν αντιστάθηκα; Όσο ποτέ.
Να πεις πως δεν το πήρα εκατό και άλλες εκατό φορές απόφαση;
Τον μισώ.
Με κάνει επίορκη, με τέτοια ευκολία που με τρομάζει.
Δεν μπορώ πια να ξαπλώσω στο κρεβάτι, γυναίκα του άντρα μου.
Κι αυτός σπανίως επιμένει. Ο άντρας μου συνέχεια.
Τον μισώ.
Με θέλει τόσο πολύ, που δεν τον νοιάζει να μην μ’ έχει.
Τον θέλω τόσο πολύ, που δεν τον νοιάζει να μην μ’ έχει.
Τον θέλω τόσο πολύ.
Τον θέλω.
Τον αγαπώ.
Με μισώ.

Τετάρτη, Μαρτίου 14, 2007

The return of Sofogreg




"... to a theatre near you"



Μην το χάσετε.