Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρωπινες σχεσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρωπινες σχεσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Αυγούστου 29, 2007

Σκηνές του Νότου (part 2)


Σκηνή έκτη (4 μέρες μετά την πέμπτη σκηνή)




Κάθομαι στο μαγαζί. Εδώ και λίγο καιρό, πηγαίνω άκεφος. Το μυαλό μου είναι στην Άντζελα. No way out. Η κατάσταση είναι γνωστή, τα δεδομένα έχουν αποκωδικοποιηθεί. Κι όμως λύση δεν υπάρχει. Τέλμα. Πίνω μια γουλιά από το ποτήρι μου και αφηρημένος κοιτώ μια κοπέλα να χορεύει στο στύλο. Νοιώθω δίπλα μου μια παρουσία. Κι ένα φιλί στο μάγουλο. Είναι η Μάσα, η κολλητή της. Τα μεγαλύτερα βυζιά στην νύχτα - φυσικά εννοείται, γιατί από τεχνητά υπάρχει κάθε μέγεθος και σχήμα. Μια κοπέλα ξηγημένη, πάνω από 10 χρόνια στα στριπτιζάδικα. Από τις παλιοσειρές. Από αυτές που έχουν τραβήξει πολλά. Παντρεμένη δυο - τρεις φορές, με μια κόρη ούτε και γω ξέρω από ποιον γάμο, μπερδεύεσαι από ένα σημείο και πέρα.

" - Τι κάνεις ρε;"

" - 'Ο,τι μ' αφήνουν."

" - Καλό! Ξέρεις πόσο καιρό μου πήρε για να καταλάβω το ελληνικό χιούμορ; Πολύ."

" - Η κόρη σου καλά; Φέτος θα πάει σχολείο, έτσι δεν είναι;"

" - Ναι ρε συ, θα πάει πρώτη τάξη. Και είναι μεγάλη γάτα. Δεν μπορώ να την κάνω καλά. Πού θα πάει; Κάποια φορά θα τύχει να τη γνωρίσεις. Θέλω να μου πεις τη γνώμη σου, γιατί εγώ μπορεί να λέω και μαλακίες από την μεγάλη αγάπη που της έχω."

" - Δεν μου λες ρε συ Μάσα, ήρθες να συζητήσουμε για την κόρη σου;"

" - Όχι. Για την αγάπη σου ήρθα να συζητήσουμε"

" - Πότε σου είπα πως είναι η αγάπη μου; Απλώς την γουστάρω."

" - Καλά, καλά. Τέλος πάντων. Γιατί δεν πας να την δεις; Αφού περιμένει."

" - Και εγώ περίμενα. Πάνω από ένα χρόνο. Και τι έγινε;"

" - Έλα ρε συ, λες και δεν ξέρεις. Είναι τρελλή μαζί σου, αλλά δεν μπορεί να αφήσει τον άλλο. Και συ δεν τη βοηθάς καθόλου."

Πράγμα που σημαίνει πως δεν την πιέζω όπως πρέπει. Δεν της προσφέρω καταφύγιο, σπίτι, χρηματική υποστήριξη. Δεν της δείχνω έτοιμη τη λύση, της προκαλώ ανασφάλεια. Μα δεν μπορώ να το κάνω. Δεν γίνεται να υποσχεθώ κάτι σε μια γυναίκα, που είναι με άλλον. Δεν το επιτρέπει ο εγωισμός μου. Και αν το κάνω... Κι αν έρθει μαζί μου, πώς θα ξέρω αν ήρθε λόγω των αισθημάτων της και όχι λόγω βολέματος; Αυτό πού το βάζεις; Αποκλείεται. Το ρίσκο που αναλαμβάνουμε είναι το μέτρο των αισθημάτων μας για τον άλλο. Το άλμα στο κενό. Και η ελπίδα, η προσμονή, η πίστη πως ο άλλος θα απλώσει το χέρι του και θα μας πιάσει. Αν με ρωτάτε, μόνο έτσι αξίζει να ξεκινά μια σχέση.

" - Και ούτε πρόκειται να την βοηθήσω, όπως εσύ το εννοείς. Μετά, ό,τι θέλει το κορίτσι. Μετά όμως!"

" - Τι να σου πω τώρα... Εγώ λέω να πας να τη δεις." Επιμένει η Μάσα.

" - Εγώ λέω να μου πεις καλύτερα για την κόρη σου."


Σκηνή έβδομη (περίπου 20 μέρες μετά)


Κατά τις δυόμιση τη νύχτα, πίνω καφέ στο Θησείο με τον Πέτρο. Φίλος καλός, αλλά τόσο διαφορετικός από μένα. Ειδικά στην αντιμετώπιση των γυναικών. Στο μυαλό του είναι αδιανόητο που δεν είμαι με την Άντζελα. Και φταίω εγώ, λέει. Της φέρθηκα πολύ καλά, της πρόσφερα αυτό που ήθελε. Δεν "έπαιξα" μαζί της, δεν την έφτυσα, δεν την πλήγωσα. Η θεωρία του γραμματόσημου, για άλλη μια φορά στο προσκήνιο: Όσο τη φτύνεις, τόσο κολλάει.

Αλήθεια είναι αυτό, στις περισσότερες των περιπτώσεων. Μόνο που δεν μπορείς να το κάνεις πάντα, εγώ τουλάχιστον. Όχι από σεβασμό στην άλλη, όσο από σεβασμό στα αισθήματά σου. Όταν κάτι είναι πιο βαθύ, πέρα από την κάβλα και κάνα δυό γαμήσια, δεν μπορώ να προκαλώ "τεχνητές κρίσεις". Όχι πριν εξαντλήσω όλα τα περιθώρια τουλάχιστον.

" - Μα τα εξάντλησες πια ρε μαλάκα" επιμένει ο Πέτρος. " Ή κάνε αυτό που πρέπει ή άστη να πάει να γαμηθεί". " - Πρέπει να της προκαλέσεις ένα σοκ. Πρέπει να αισθανθεί πως σε έχασε, μόνο έτσι μπορεί να κινηθεί το μυαλό της. Να κάνει κάτι ουσιαστικό."

" - Ή να εξαφανιστεί..."

" - Ναι ρε ας εξαφανιστεί. Δηλαδή και τώρα που γυροφέρνετε ο ένας τον άλλο, τι γίνεται; Άσε με ρε μαλάκα, βαρέθηκα."

" - Αυτό να μου πεις. Άσε που παραβαίνω και τον πρώτο νόμο: Ποτέ μην προσπαθήσεις να εξηγήσεις τα λόγια ή τη συμπεριφορά μιας στριπτιζέζ σαν να είναι κανονική γυναίκα. Νόμος απαράβατος. Δίκιο έχεις ρε Πέτρο. Λοιπόν, άκου να δεις τι θα γίνει. Σκέψου τι πρέπει κατά τη γνώμη σου να κάνω. Ό,τι μου πεις θα το κάνω. Στο λόγο μου."


Σκηνή όγδοη ( την επόμενη νύχτα)

Το σχέδιο εκπονήθηκε. Η δέσμευσή μου δεδομένη - πρέπει να το εκτελέσω. Δεν μπορώ αν κάνω πίσω. Συναντηθήκαμε με τον Πέτρο κατά τη μία, ήπιαμε καφέ. Με ενημέρωσε για τις λεπτομέρειες του σχεδίου.

" - Μήπως παραείναι..."

" - Μην αρχίζεις τις μαλακίες. Έδωσες το λόγο σου. Σκάσε και κάνε ό,τι σου λέω."

" - Εντάξει."

Φτάνουμε στο στριπτιζάδικο που δουλεύει η Άντζελα. Η ώρα είναι δύο και - μπαίνουμε. Καθώς προχωρώ στο χώρο υποδοχής, αναρωτιέμαι αν θα δουλεύει σήμερα ή θα έχει ρεπό. Περνάμε μια πόρτα και το μάτι μου πέφτει στα 2 φλίπερ που στέκουν σβηστά και σκονισμένα. Απομεινάρια μιας άλλης δεκαετίας. Το μαγαζί αποπνέει φθορά και πτώση. Θα μπορούσε να γίνει το αγαπημένο μου. Περπατώντας, κοιτάω όσο μπορώ να διακρίνω τη φθαρμένη μοκέτα. Προχωρούμε στα εσώτερα. Πριν καν έρθει ο μετρ, για να μας οδηγήσει σε κάποιον καναπέ, το πρώτο πρόσωπο που αντικρύζουμε από το μαγαζί, είναι η Άντζελα.

Με βλέπει. Κοιταζόμαστε. Είναι που μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα το πολύ, τα μάτια μπορούν να αλλάξουν τέσσερις και πέντε φορές έκφραση: έκπληξη, χαρά, ανακούφιση, έρωτας, φόβος.

Πέφτει στην αγκαλιά μου. Σφίγγοντάς με, ξεφυσάει και ακουμπάει το κεφάλι της μεταξύ ώμου και στέρνου - χαλάρωση. Φιλιόμαστε στα όρθια, στη μέση της σάλας. Οι άνθρωποι του μαγαζιού κοιτούν με απορία. Ένας ξένος - εγώ - που μόλις μπήκε, φιλιέται με την κοπέλα. Ασυνήθιστο.

Καθόμαστε στο καναπέ. Μόνο τότε μου μιλάει.

" - Τι κάνεις, όλα καλά;"

" - Όλα καλά, εσύ πώς πας;"

Αρχίζει μια συνομιλία από αυτές που άλλα λένε κι οι δύο και άλλα θέλουν να πουν. Κρατάει κάνα δεκάλεπτο. Στο μεταξύ, μια παλιά γνωστή έχει έρθει και κάθεται με τον Πέτρο. Αυτός βέβαια το νου του τον έχει σε μένα. Έχει προηγηθεί και εγκάρδιος χαιρετισμός του με την Άντζελα. Και τότε έρχεται η στιγμή.

" - Να πάρω ένα ποτό, μωρό μου;"

Από συνήθεια πάω να πω ναι. Ίσα που το προλαβαίνω.

" - Όχι μωρό μου, να μην πάρεις."

Έκπληξη. Ανοίγουν διάπλατα τα μάτια της. Απορία.

" - Μα τι λες; Τρελλάθηκες; Θα φύγεις;"

" - Όχι μωρό μου, δεν θα φύγω. Αφού όμως είμαι πελάτης, εγώ θα αποφασίσω πώς θα ξοδέψω τα λεφτά μου."

Αρχίζει να σκέφτεται πως θα την διώξω και θα κάτσω με άλλη, για να της την σπάσω. Η αλήθεια όμως είναι χειρότερη.

" - Θες να φύγω;"

" - Όχι φυσικά. Θέλω αν πάμε να μου κάνεις πριβέ χορό."

Με κοιτάει σαν να είμαι εξωγήινος. Δεν πιστεύει σε αυτό που ακούει.

" - Μου κάνεις πλάκα. ε;" ρωτάει με ένα μισερό χαμόγελο στα χείλη της. Φοβάται τη συνέχεια. Δίκιο έχει.

" - Με βλέπεις να γελάω; Όχι, θέλω χορό. Να νοιώσω το σώμα σου γυμνό πάνω μου, να σε χαιδέψω, να φιλήσω τις ρόγες σου, να γευτώ την ηδονή σου. Αυτό θέλω. Όσες κάρτες κι αν κοστίζει."

" - Αυτό αποκλείεται" ψελλίζει, ενώ ήδη τα δάκρυα αρχίζουν να κυλάνε στα μάγουλά της. "Ξέχασέ το".

Την κοιτάω χωρίς να μιλάω. Πάντα μου άρεσε το βουβό της κλάμα. Ομορφαίνουν τα μάτια.

" - 'Η αυτό ή τίποτα" λέω μετά από κάποιο διάστημα. Κοιτάει γύρω της. Ψάχνει κάποια φίλη της. Για να το πει. Για να κλάψει. Για υποστήριξη. Σκοτάδι γύρω. Με κοιτάει ξανά, περιμένει να ξυπνήσει από το κακό το όνειρο. Εις μάτην. Σηκώνεται αμίλητη. Με κοιτάει μια τελευταία φορά και απομακρύνεται αργά. Εξουθενωμένη. Κι εγώ. Περισσότερο.


To be continued

Τρίτη, Ιουλίου 31, 2007

Σκηνές του Νότου (part 1)


Σκηνή πρώτη (από τις πολλές)

Στον καναπέ, στο στριπτιζάδικο, καθισμένοι βλέπουμε ο ένας τα μάτια του άλλου σαν να είναι η πρώτη φορά. Μερικά δευτερόλεπτα που μοιάζουν ώρες. Σε απόλυτη ησυχία, ενώ τα ηχεία τρίζουν από την ένταση του techno κομματιού που παίζει. Της είχα πει την τελευταία φορά πως θα περιμένω μιαν απάντηση. Ήταν η ώρα, αν και ήξερα τι θα ακούσω από την ώρα που έκανα την ερώτηση. Όμως, έτσι έπρεπε.

" - Λοιπόν;" είπα με την ταχυπαλμία που προηγείται της θλίψεως.
" - Γιατί γαμάς μυαλό μου;", απάντησε με απόγνωση. " Αφού σου είπα πως λυπάμαι αυτόν. Δεν μπορώ να φύγω , περιμένω μόνο κάποτε να φύγει αυτός. Και ξέρω πως εσύ δεν περιμένεις. Να βρεις μόνο μια καλή κοπέλα. Θα χαρώ, μπορεί να κλάψω αλλά θα χαρώ."

Σκηνή δεύτερη (μετά από 10 μέρες)

Κάθομαι στον καναπέ, τον ίδιο πάντα, με μιαν άλλη κοπέλα. Όχι τυχαία. Αυτή που ζήλευε περισσότερο η Άντζελα. Η άλλη, μες στην καλή χαρά, μες στις περιπτύξεις. Ο γυναικείος ανταγωνισμός στο μέγιστο. Να σου τον πάρω, να τον χάσεις. Εγώ ανταποκρίνομαι και με την άκρη του ματιού κοιτώ στο μαγαζί τι κάνει η Άντζελα. Γυροφέρνει τα τραπέζια και ψάχνει πελάτη. Άνευρα, σπασμωδικά, με το μυαλό της στον δικό μας καναπέ.

Σκηνή τρίτη (μιάμιση ώρα μετά)

Το παίρνει απόφαση. Πλησιάζει στον καναπέ, έχει πιεί πολύ. Έρχεται στο πλάι του καναπέ και χαιρετάει. Ανταποδίδω τον χαιρετισμό - η άλλη κοπέλα στην αγκαλιά μου περιμένει την έκρηξη. Αμηχανία. Μετά από μισό λεπτό που στεκόταν όρθια, σαν καλαμιά στον κάμπο, με κόπο πάνω στα ψηλοτάκουνά της (ποτό γαρ), με την καρδιά μου να σπαράζει στο θέαμα, επιστρατεύει όλη την ευγένεια που είχε:
" - Μπορώ να καθήσω λίγο μαζί σου;"
" - Μα αφού βλέπεις μωρό μου πως έχω παρέα" απαντώ και νομίζω πως δεν ακούγονται αυτά που λέω. Θέλω να την πάρω αγκαλιά, όμως έτσι πρέπει να κάνω. Κόλαση, ελπίζω μόνο να μην φαίνεται στη μούρη μου.

Γυρίζει και απομακρύνεται σαν σε slow motion με το αγέρωχο αν και μεθυσμένο περπάτημά της.

Σκηνή τέταρτη (πέντε μέρες μετά)

Είμαι χωρίς γυναικεία παρέα στον καναπέ. Η "άλλη" έχει ρεπό. Η Άντζελα όχι. Έρχεται και χαιρετάει την παρέα μου. Εμένα τελευταίο, σαν να μην τρέχει τίποτα. Κοντοστέκεται για λίγο, μήπως την καλέσω να κάτσει μαζί μου. Δεν κάνω κίνηση. Απομακρύνεται.

Μετά από δύο ώρες και πέντε-έξι ποτά, έρχεται ξανά - εγώ πάντα μόνος, στο μαγαζί καμία δεν έρχεται στην παρέα μας αν δεν προσκληθεί ή αν δεν είναι από τις "δικιές" μας. Κάθεται. Κοιταζόμαστε. Αμηχανία - ξανά. Μιλάει στα Αγγλικά. Το κάνει όποτε είναι σε σύγχυση.
" - Γιατί δεν με φωνάζεις να καθήσω;"
" - Μα αφού το συμφωνήσαμε. Δεν θα ξανακάτσουμε μαζί. Δεν μπορεί να συνεχίζεται αυτή η κατάσταση."
Λίγα λεπτά σιωπής.
" - Μα καλά, με την Τζένη; Με την Τζένη;"
Τζένη είναι η "άλλη".
" - Γιατί μωρό μου; Μια χαρά κοπέλα είναι."
" - Ναι φυσικά. Όμως εγώ δεν μπορώ να σε βλέπω με άλλη". Ήμουν ο γκόμενός της στο μαγαζί! Όχι την μέρα, όχι έξω, μέσα κει όμως, ήμουν δικός της.
" - Και τι να κάνουμε; Τελείωσαν αυτά είπαμε" επιστρατεύω όση δύναμη διαθέτω, ελπίζω μόνο η ηθοποιία μου να την πείθει.
" - Να μην ξανάρθεις στο μαγαζί! Σε παρακαλώ! Δεν αντέχω άλλο."
" - Αυτό να μην το ξαναπείς. Θα πηγαίνω όπου γουστάρω. Και στο μαγαζί θάρχομαι, πάρτο απόφαση."
" - Καλά τότε, θα φύγω εγώ από το μαγαζί. Θα πάω αλλού. Μην με ψάξεις. Γεια σου μωρό μου". Φιλί στο μάγουλο, βλέμμα, αγέρωχο περπάτημα απομάκρυνσης.

Σκηνή πέμπτη ( 2 εβδομάδες μετά)

Είμαι στον καναπέ και έρχεται η αδελφή της Άντζελας να χαιρετήσει.
" - Γεια σου family" έτσι με αποκαλεί εδώ και καιρό.
" - Γεια σου κούκλα μου, μια χαρά σε βλέπω. Μου φαίνεται μάλιστα πως πήρες και κάνα δυό κιλά". Έχει πρόβλημα αδυναμίας, μια κούκλα, μια γυναικάρα, που δεν ξεπερνά όμως τα 45 κιλά. Ψυχολογικοί οι λόγοι.
" - Ξέρεις, από τότε που χώρισα νομίζω πως άρχισα να παίρνω λίγο βάρος."
" - Μπράβο!"
" - Ξέρεις η αδελφή μου δουλεύει στην Πειραιώς (μου λέει το μαγαζί)."
Πρέπει να ήταν η τεσσαρακοστή φορά που το άκουγα. Όλες οι κοπέλες που ήξεραν τι συμβαίνει, με ενημέρωναν ανελλιπώς και επαναληπτικώς.
" - Το ξέρω μωρό μου, το ξέρω" αποκρίθηκα.
" - Καλά, δεν την αγαπάς πια; Ούτε πας να τη δεις, ούτε με ρωτάς γι' αυτή"
" - Έτσι μου ζήτησε η ίδια. Να μην πάω. Το ότι είναι καλά το μαθαίνω. Αυτό αρκεί."
" - Και δεν μου λες, με τη Τζένη, έχετε σοβαρή σχέση;"

Χαμογελώ. Η αλήθεια είναι πως με την Τζένη δεν είχαμε καν σχέση, πόσο μάλλον σοβαρή. Ήξερα όμως τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν στο μαγαζί. Τα ενθάρρυνα, είναι η αλήθεια.
" - Κάνε μου μια χάρη. Ρώτα τη Τζένη. Ότι σου πει, αυτό συμβαίνει. Δεν μου αρέσει να μιλάω γι' αυτά τα πράγματα. Άντε τώρα, πήγαινε να δουλέψεις".


To be continued

Δευτέρα, Μαΐου 14, 2007

Ο άρχων της γλυφάδας

Πέτρος. Μια μοναδική περίπτωση. Λίγο μετά τα 30, έχοντας ζήσει μια δύσκολη και γεμάτη βάσανα ζωή. Από τα δεκαπέντε του άρχισε να δουλεύει. Όχι για χόμπι, αλλά από ανάγκη. Ο πατέρας του ήταν πολύ πλούσιος αλλά και πολύ ανεύθυνος συνάμα. Ο Πέτρος μεγάλωσε στη Βουλιαγμένη, σε χλιδάτο σπίτι, με μια μεγαλύτερη αδελφή και μια μάνα που σε όλη του τη ζωή τη θυμόταν να ανέχεται τις μαλακίες του πατέρα.
Ο Πέτρος ανήκε στην κατηγορία εκείνη των αγοριών που είχε σαν όνειρο να κάνει μια οικογένεια, διαφορετική από τη δική του: με μια γυναίκα που να την αγαπάει, να την φροντίζει, να μην τη βρίζει ή να την χτυπάει, να κάνει πολλά παιδιά και να δώσει όλη του τη ζωή να τους έχει ευτυχισμένους. Από τα δεκαέξι του, έκανε μόνο σταθερούς και μακροχρόνιους δεσμούς - στα εικοσιδύο ήθελε να παντρευτεί την κοπέλα με την οποία τότε ήταν μαζί. Πριν κλείσει τα τριάντα είχε ήδη τρεις αποτυχημένους αρραβώνες στην πλάτη του.
Ακούω ήδη τις γυναίκες που διαβάζουν το ποστ να μιλούν για την ανευθυνότητα ή την ανωριμότητά του. Μπορεί να είναι κι έτσι. Ήταν όμως ο διακαής πόθος του - μια οικογένεια. Και οι τρεις τις οποίες αρραβωνιάστηκε του φέρθηκαν άσχημα: η μια του είπε μετά από χρόνια δεσμού πως οι γονείς της δεν θεωρούν σωστό να παντρευτεί κάποιον που δουλεύει σε φάμπρικα, η άλλη πως δεν τον θέλει πια γιατί της έκανε πάντα όλα τα χατήρια και βαρέθηκε, η τρίτη γαμιόταν ασυστόλως με όποιον έβρισκε όσο αυτός δούλευε σε δυο δουλειές.
Μετά την τρίτη φορά, ο Πέτρος τρελάθηκε. Πέρασε τρία βράδυα κλεισμένος στο δωμάτιό του, αυτός και ο καθρέφτης του, ένας καθρέφτης γεμάτος ροχάλες. Και πήρε την απόφασή του:
" Να πάνε να γαμηθούν όλες οι καριόλες. Από δω και στο εξής θα τις γλύφω, θα τις γαμάω και θα την κάνω. Ποτέ ξανά έρωτας, αγωνίες, προσφορά σε καμία καριόλα".
Και άρχισε να μεταλλάσεται. Σιγά -σιγά στην αρχή, με γοργό ρυθμό στη συνέχεια. Ίσως γι' αυτό ο αγαπημένος του ήρωας comics είναι ο Spiderman.Και έγινε κάτι μεταξύ του Punisher και πρωταγωνιστή τσόντας. Μελαχροινός, γύρω στο 1.80, σώμα καλό και αθλητικό (στα νειάτα του ποδοσφαιριστής και μετά kick-boxer) το οποίο με ευλάβεια φροντίζει, κίνηση χαριτωμένη και ταυτόχρονα αντρική. Προδιαγραφές ζιγκολό και ψυχοσύνθεση επίσης - με σημαντική τη συνεισφορά των τριών "κυριών".
Τον γνώρισα λίγο μετά την πλήρη μετάλλαξή του. Έμεινα άφωνος από την εκπληκτική ικανότητά του να "ρίχνει" όποια γκόμενα βρισκόταν στο δρόμο του. Την κοίταζε μερικά δευτερόλεπτα και στις περισσότερες περιπτώσεις μουρμούριζε "-Την έχω εύκολα". Και 99% είχε δίκιο. Μότο του ήταν πάντα η φράση: "Μωρό μου, να σου κάνω μια γλυφάδα θέλω, όχι να σε γαμήσω, να σε γευτώ μονάχα". Ώσπου να βεβαιωθώ πως ήταν το μεγαλύτερο φυσικό ταλέντο στο καμάκι που είχα γνωρίσει, πλήρωσα καμιά πεντακοσαριά ευρώ σε στοιχήματα. Αποκορύφωμα ήταν ένα σούρουπο στην πλατεία Κολωνακίου. Είχε πάει η παρέα για καφέ. Καθόμασταν σε κεντρικό καφέ της περιοχής και η κουβέντα ήρθε στην ικανότητα του Πέτρου. Ψιλοαστεία - ψιλοσοβαρά τον αμφισβήτησα για άλλη μια φορά. Η αντίδρασή του στερεότυπη:
" - Δείξε μου το στόχο και βάλε τα λεφτά στο τραπέζι. Αν έχεις άντερα."
Αποφάσισα να χοντρύνω το παιχνίδι - αυτό ήταν για τον Πέτρο, ένα παιχνίδι. Κοίταξα γύρω και εντόπισα το στόχο. Σε ένα τραπέζι λίγο πιο μακρυά μας, κάθονταν δύο κοπέλες (τόσο όμορφες και περιποιημένες, με τόσο τουπέ που μου φάνηκαν μανεκέν) συνοδευόμενες από δύο άντρες. Δύσκολος ο στόχος, πολύ δύσκολος αν και μάλλον δεν ήταν γκόμενοι οι λεβέντες - όταν κάθονται οι δύο κοπέλες στην ίδια πλευρά και απέναντί τους οι άλλοι, συνήθως δεν είναι ζευγάρια.
" - Την ξανθειά σ' εκείνο το τραπέζι" δείχνω με τρόπο.
" - Μμμμ, θα δυσκολευτώ κάπως" απαντά καθώς διερευνεί το στόχο. " 200 ευρώ το bet".
Δέχομαι και ξεκινά. Σηκώνεται από το τραπέζι και με κυκλοτικές κινήσεις πλησιάζει το στόχο, σαν πάνθηρας την αντιλόπη. Το τραπέζι είναι τόσο μακρυά που δεν έχουμε ηχητική επαφή, μόνο οπτική. Φθάνει την ξανθειά και σκύβοντας αρχίζει να της μιλάει. Οι υπόλοιποι από την παρέα της παρακολουθούν αμήχανα. Μετά από συνομιλία δύο-τριών λεπτών, κάθεται στο χερούλι της καρέκλας της ενώ ταυτόχρονα βάζει το χέρι του απαλά γύρω από τους ώμους της. Συνεχίζει να μιλάει για περίπου δέκα λεπτά. Οι υπόλοιποι τον αγνοούν πλέον - ή έτσι δείχνουν - και συζητούν μεταξύ τους. Κάποια στιγμή ο Πέτρος σηκώνεται και τείνοντας το χέρι του σηκώνει και την ξανθειά. Την αγκαλιάζει - απαλά πάντα - από τους ώμους και αφού χαιρετάει την παρέα της (!) την παίρνει και φεύγουν.
Είκοσι λεπτά αργότερα, δέχομαι ένα sms στο κινητό: "Έχει πάει στο μπάνιο να πλυθεί. Της έκανα ήδη μια γλυφάδα και θα τη γαμήσω. Ξενοδοχείο Πρίαμος, δωμάτιο χχχ".
Αυτό ήταν! Έχασα τα τελευταία μου 200 ευρώ - τελευταία γιατί δεν ξανατόλμησα να βάλω στοίχημα - και πλέον είμαι σίγουρος: αν τον αφήσω τον Πέτρο, ίσα που θα γαμήσει κι εμένα!

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007

Μίσος


Τον μισώ.
Κάθε που με κοιτάει, έρχεται και πιο κοντά μου.
Όταν δεν έρχεται στο μαγαζί, τρελαίνομαι. Μου λείπει.
Όταν έρχεται στο μαγαζί, τρελαίνομαι. Δεν θέλω να είναι αυτός ο κόσμος μου.
Κι αν είναι, δεν θέλω να βρίσκεται εκεί κι αυτός.
Τον μισώ.
Όσο κι αν προσπάθησα να μην τον θέλω, τίποτα δεν πέτυχα.
Όσο κι αν προσπάθησα να βρεθώ μαζί του, ποτέ δεν το τόλμησα.
Τον μισώ.
Περνάει ο χρόνος και η ήττα μου είναι πια ολοφάνερη.
Ο φόβος μου πανηγυρίζει.
Η ηρεμία, ουτοπία. Πουθενά πια κάλμα, όταν τον σκέφτομαι.
Τον μισώ.
Όσο με θέλει, τόσο πιο μακριά του αισθάνομαι.
Όσο με καταλαβαίνει, τόσο πιο ανάξιά του είμαι;
Όσο, λες και δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο, εισχωρεί στο μυαλό και στην ψυχή μου.
Λες και δεν είναι πανύψηλος ο τοίχος που τόσα χρόνια έχτιζα.
Μα δεν τον βλέπει;
Να πεις πως δεν αντιστάθηκα; Όσο ποτέ.
Να πεις πως δεν το πήρα εκατό και άλλες εκατό φορές απόφαση;
Τον μισώ.
Με κάνει επίορκη, με τέτοια ευκολία που με τρομάζει.
Δεν μπορώ πια να ξαπλώσω στο κρεβάτι, γυναίκα του άντρα μου.
Κι αυτός σπανίως επιμένει. Ο άντρας μου συνέχεια.
Τον μισώ.
Με θέλει τόσο πολύ, που δεν τον νοιάζει να μην μ’ έχει.
Τον θέλω τόσο πολύ, που δεν τον νοιάζει να μην μ’ έχει.
Τον θέλω τόσο πολύ.
Τον θέλω.
Τον αγαπώ.
Με μισώ.

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

Πόσες;


Όταν περπατάει, πέφτουν τα τσιμέντα.

Όταν λικνίζεται, νομίζεις πως ακούς το νερό να συναντά τα βότσαλα στην παραλία.

Την βλέπεις να σηκώνει τα χέρια της, να πιάνει τα μαύρα μαλλιά της και να προσπαθεί να τα κάνει κότσο. Ευθυγραμμίζονται οι ώμοι της και παρακαλάς να μην ξανακατέβουν.

Την κοιτάς να γέρνει και να ακουμπάει το σαγώνι στον ώμο της και βλέπεις την γυναίκα.

Βγάζει τα παπούτσια της και βάζει τις πατούσες της κάτω από το μηρό σου - ταχυπαλμία.

Κουλουριάζεται στην αγκαλιά σου, αισθάνεσαι πως μπορείς να κάνεις τα πάντα γι' αυτήν.

Ανάβεις το τσιγάρο της και συνεχίζεις να κρατάς αναμμένο τον αναπτήρα σου. Δεν χορταίνεις τα πράσινα υγρά της μάτια.

Σε φιλάει και γεμίζει φως το μαγαζί. Κι όταν σε ξαναφιλάει, πάλι αισθάνεσαι πως θα είναι η τελευταία φορά. Και κάθε επόμενο φιλί - επέκταση του ατελείωτου.

Όταν τεντώνεται και προτάσσει το στήθος της...

Άσε ρε μαλάκα. Μπορείς να βρεις και καλύτερη. Υπάρχουν τόσες καλύτερες. Τόσες.

Πόσες;

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2007

Όνειρο;

Γύρω στις τέσσερις. Μπήκαμε στο μαγαζί. Μέρα Πέμπτη, κατά τα άλλα συνηθισμένη. Χαιρετούρες και κατευθείαν στον καναπέ μας. Όλη η παρέα. Αν και διαφωνούσαν, ήρθαν όλοι μαζί: ο Πι, ο Σίγμα, ο Κάπα κι εγώ. Άρχισαν να έρχονται οι κοπέλες να "χτυπήσουν κάρτα", να μας χαιρετήσουν δηλαδή μία προς μία. Η μέρα είχε επιλεχθεί προσεκτικά. Όλες οι πιο κοντινές στην παρέα μας έπρεπε να είναι εκεί. Κανείς δεν ήξερε τι θα γίνει, ούτε καν η παρέα. Είχα πει απλώς πως θα κάνω κάποιο happening στην Άντζελα. Ήξεραν φυσικά πόσο τη γούσταρα. Με φοβόντουσαν και γι’ αυτό δεν συμφωνούσαν. Ο Κάπα, ο "αρχηγός", μου είχε επιστήσει την προσοχή: " - Κανόνισε να μην γίνουμε ρεζίλι. Έχουμε και μια μούρη στο μαγαζί". Τον καθησύχασα. Δεν με πολυπίστεψε. Δίκιο είχε.
Στην αρχή, οι κοπέλες δεν με αναγνώρισαν, έτσι ντυμένο με κουστούμι, πρώτη φορά με έβλεπαν – το ίδιο και οι δικοί μου. Φορούσα το μαύρο μου Αρμάνι, με άσπρο πουκάμισο φαρδύ, μανίκια λίγο σηκωμένα, χωρίς γραβάτα, μαύρα Prada παπούτσια. Αξύριστος δύο μέρες, με ζελέ στα μαλλιά. Τελικά, ίσως και να κάνουν τα ράσα τον παπά. Ήρθε η δικιά μου. Τέντωσε τα μάτια γεμάτη έκπληξη. Της άρεσε όμως αυτό που έβλεπε. Κάθισε για λίγο πάνω στα πόδια μου, με φίλησε ως όφειλε και μετά πήρε τη θέση της δίπλα μου στον καναπέ. Ανοίξαμε σαμπάνια για όλους. Την καλύτερη που είχε το μαγαζί. Την έστειλα να αλλάξει, να φορέσει ένα μαύρο φόρεμα που είχε. Ξέκωλο – αφού το φορούσε στη δουλειά, αλλά τύπου βραδινό. Ήπια και εγώ, ήταν ειδική μέρα.
Με τον dj είχα συνεννοηθεί τρεις μέρες πριν, του είχα δώσει και το cd. Αρκούσε ένα νεύμα μου, το σύνθημα. Το πρώτο μπουκάλι Dom Perignion τελείωσε και ανοίξαμε δεύτερο. Ήταν κάπου στη μέση του, η ώρα είχε πάει πέντε παρά. Έδωσα το σύνθημα στον dj και σηκώθηκα από τον καναπέ – δήθεν για τουαλέτα. Από το μικρόφωνο ο dj ανακοίνωσε πως θα ακολουθήσει special show και δεν έλεγε ψέματα. Όπως συνήθως συμβαίνει έσβησε τελείως τα φώτα, για να τοποθετήσουν υποτίθεται το ντεκόρ. Στάθηκα δίπλα στην πίστα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και σκέφτηκα το βλέμμα της Άντζελας. Ανέβηκα πάνω στην πίστα και στάθηκα προσοχή στο κέντρο, δίπλα στον στύλο. Τότε, μετά από 5 δευτερόλεπτα πλήρους ησυχίας, άναψαν τα φωτορυθμικά, άρχισε να παίζει το τραγούδι. (Σημείωση για τους αναγνώστες: αν δεν το έχετε ήδη βάλει, βάλτε το να παίξει τώρα.)
Αρχίζω να τραγουδάω, σαν καραόκε χωρίς όμως να ακούγεται η φωνή μου:
"The night we met I knew I needed you so
and if I had the chance I'd never let you go…"
Γυρίζω προς το μέρος του καναπέ και την κοιτάω
"…So won't you say you love me
I'll make you so proud of me
We'll make 'em turn their heads
Every place we go So won't you please…"

Όλη την ώρα κουνάω τα χέρια μου, σαν να απαγγέλλω τους στίχους. Τα τεντώνω και τα μαζεύω, δείχνω το νόημα των στίχων όπως κάνουν οι σκυλάδες.

"…(Be my be my baby) Be my little baby
(I want it only say) Say you'll be my darling
(Be my be my baby) Be my baby now
(I want it only say) Ooh, ohh, ohh, oh…"

Επίτηδες διάλεξα τις Ronnettes. Μου άρεσε το contrast, ένας άντρας με κουστούμι και οι γυναικείες φωνές τους. Πλησιάζω στην άκρη της πίστας και την δείχνω συνεχίζοντας

"…I'll make you happy, baby
Just wait and see
For every kiss you give me
I'll give you three…"
Την καλώ να ανέβει. Σηκώνεται αποσβολωμένη, ενώ την φωτίζει ο προβολέας. Έρχεται προς το μέρος μου, ενώ συνεχίζω να τραγουδάω

"…Oh, since the day I saw you
I have been waiting for you
You know I will adore you
Till eternity
So won't you please…"

Φτάνει και την πιάνω από το χέρι. Αγκαλιαζόμαστε και χορεύουμε σαν μπλουζ σε εφηβικό πάρτυ.

"(Be my be my baby) Be my little baby
(I want it only say) Say you'll be my darling
(Be my be my baby) Be my baby now
(I want it only say) Ooh, ohh, ohh, ohh, oh"
Τέλος. Την φιλάω απαλά στα χείλη. Οι πελάτες ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Έχουν καταλάβει πως δεν είναι μέρος του show. Την πιάνω από τη μέση και τη σηκώνω αγκαλιά. Κατεβαίνω από την πίστα και συνεχίζω προς το διάδρομο, με την Άντζελα στην αγκαλιά μου. Γύρω μας πελάτες να κοιτούν και στριπτιζούδες βουρκωμένες.
Φτάνω στο μπαρ, κοντά στην έξοδο του μαγαζιού. Περνώ από μπροστά και μπαίνω στην πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα. Κι εκεί, κάτω από το φως που έχουν οι κουζίνες και τα κρεοπωλεία, αυτό το αρρωστημένο άσπρο-γκρι από λάμπες φθορίου, την κατεβάζω από την αγκαλιά μου, την ακουμπάω όρθια στα πόδια της. Την κοιτάω, χαμογελάω και βγάζω από την τσέπη μου ένα δαχτυλίδι. Της το φοράω στο τέταρτο δάχτυλο του αριστερού χεριού και λέω:
" - Θες να γίνεις γυναίκα μου;"
" - Ναι" ψελλίζει.
Και παντρευτήκαμε. Μάρτυρες στο γάμο η κοπέλα που σκουπίζει το μαγαζί και το παιδί που πλένει τα ποτήρια – δύο δεν χρειάζονται;
.
..
...
....
.....
......
.......
Ξύπνησα. Η διάθεσή μου εξαιρετική. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και ο ουρανός ήταν μολυβί. Τεντώθηκα και χάιδεψα το γάτο μου. Σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο. Κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Είχε ένα σημάδι από κραγιόν. Χαμογέλασα ικανοποιημένος.
Ωραία αρχή, για το υπόλοιπο της ζωής μου, σκέφτηκα.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 13, 2007

Forget it!

Είδα τον πίνακα προσφάτως, κρεμασμένο σ' ένα τοίχο. Για πρώτη φορά πρόσεξα τι λέει ο άντρας. Για πρώτη φορά παρατήρησα το ύφος του: μείγμα θλίψης και απόγνωσης. Σε δεύτερο πλάνο, η γκόμενα με ύφος απορημένο. Η απόσταση μεταξύ τους χαώδης. Όπως και στην πραγματικότητα.
Ήθελα να γράψω κάτι για τις ελεύθερες γυναίκες γύρω στα τριάντα. Δεν μου βγαίνει. Προσπάθησα πέντε-έξι φορές, τα έσβησα όλα. Λίγο η θλίψη που μου προκαλούν, λίγο η τσαντίλα, λίγο κάποιες εξαιρέσεις - που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Γυναίκα ετών τριάντα. Που οι γύρω της την αποκαλούν κορίτσι κι αυτή αισθάνεται τους ώμους της βαρείς.
Που ψάχνει τον άντρα με τον οποίο θα μοιραστεί τη ζωή της και όλο της ξεγλυστρά. Γυναίκα που έχει πλέον άποψη για τα πράγματα και που νομίζει πως πρέπει να μας την τρίβει στα μούτρα με την πρώτη ευκαιρία. Γυναίκα που έχει οικονομική άνεση ή τουλάχιστον σχετική ανεξαρτησία. Με ήδη κάποιο παρελθόν στο επάγγελμά της και με σχέδια καριέρας για το μέλλον.
Για όλα αυτά φυσικά, έχει πληρώσει το αντίτιμο - και εξακολουθεί να το πληρώνει: είναι ή αισθάνεται πως είναι μόνη. Έχει στην πλάτη της κανά δυό αποτυχημένους δεσμούς, έχει καιρό να αγαπηθεί, αν της συνέβη ποτέ. Της λείπει το σεξ: ή δεν έχει χρόνο ή δεν έχει σύντροφο ή δεν έχει κέφι ή όλα αυτά μαζί. Νομίζει πως το πρόβλημα είναι πως δεν υπάρχουν άντρες πια. Και ποτέ δεν αναρωτήθηκε πόσο υπεύθυνη είναι γι' αυτό. Πώς να υπάρξουν άντρες, όταν δεν υπάρχει γυναίκα να τους εμπνεύσει; Πώς να φανείς ιππότης, όταν η άλλη μετά το πρώτο "κρεβάτι" αρχίζει να θέτει τους όρους της; Πώς να είσαι αρσενικό, όταν ενώ ακόμα δεν έχεις καταλάβει καλά καλά αν τη γουστάρεις, αρχίζει να σου λέει τι ΔΕΝ γουστάρει αυτή;
Είναι ανασφαλής και φοβισμένη. Καθόλου κακό, πραγματικά καθόλου παράξενο και κακό. Όταν όμως η ανασφάλεια αυτή εκδηλώνεται με επιθετικότητα, υπάρχει θέμα. Πώς να θελήσεις να προστατεύσεις μια γυναίκα που σε κριτικάρει συνεχώς; Που στην πέφτει με την πρώτη ευκαιρία; Που μπρος σου είναι μέσα στην άνεση και την ανεξαρτησία και μετά στο σπίτι της κλαίει επειδή την πλήγωσες;
Θες να κάνεις τη φωλιά και να βάλεις τα παιδιά σου μέσα, κυρία μου; Άσε τον άντρα να στην φτιάξει. Όχι να θες να την φτιάξεις μόνη σου, ακριβώς όπως εσύ θέλεις και μετά να τον βάλεις μέσα, με ρόλο διακοσμητικό - απλό δότη σπερματοζωαρίων! Δεν φταίει ο άλλος που έχεις εσύ άγχος παντρειάς. Δεν φταίει που αισθάνεσαι το τρένο να περνάει, που σε έχει στην πρέσα η μάνα σου να κάνεις εγγονάκια. Κι όταν γνωρίζεις κάποιον και αρχίζεις το παιχνίδι της επιβολής και της εξουσίας (συνειδητά ή όχι, μικρή είναι η διαφορά) ένα πράγμα να έχεις καλά στο μυαλό σου: αν αυτός ο απέναντι είναι ένας άντρας πραγματικός, σαν κι αυτούς που ισχυρίζεσαι πως θέλεις, ε τότε μάλλον ΔΕΝ ΣΕ ΠΑΙΡΝΕΙ. Ή θα το χάσεις το παιχνίδι της επιβολής - αφού το παίζεις με αντρικούς όρους - ή θα πάει για τσιγάρα και θα τον ξαναδείς σε καμιά εικοσαριά χρόνια τυχαία σε κάποιον κινηματογράφο.
Αποφάσισαν οι γυναίκες να το "παίξουν" άντρες. Κι έτσι παίζουν το παιχνίδι στο γήπεδο του άλλου, με τους κανόνες του. Κι έτσι είναι χαμένες οι κυρίες σε κάθε περίπτωση: αν ο άλλος είναι άντρας, δεν μπορούν να κερδίσουν, μπορούν μόνο να του σπάσουν τ' αρχίδια και να σηκωθεί να φύγει. Αν όμως κερδίσουν, τότε ο άλλος δεν είναι ο άντρας που ήθελαν. Η τακτική αυτή που θα τις οδηγήσει; Ή θα μείνουν μόνες τους ή θα παντρευτούν κανένα λούλη που δεν θα τον θέλουν μετά από 6 μήνες το πολύ.
Κι έτσι καταλήγει ο άντρας να έχει το ύφος του πίνακα. Και έτσι λέει στην ξανθειά "I 'm fed up with your kind", ή μήπως απλώς μονολογεί; Και τον κοιτάζει με απορία η ξανθειά.Δεν καταλαβαίνει. Ας προσπαθήσει. Κι αν τα καταφέρει γρήγορα, μπορεί να προλάβει το τρένο στον επόμενο σταθμό. Κι αν δεν τα καταφέρει, μακριά από μας, ας ασχοληθεί με την καριέρα της που είναι εξάλλου ο πρωταρχικός της στόχος.
Και της εύχομαι, τον ήρωα που αναζητά να μην τον βρει. Γιατί αν τον πετύχει κάπου ΘΑ ΤΟΥ ΓΑΜΗΣΕΙ ΤΑ ΡΑΜΑΤΑ!!

Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2007

Destiny



Είχε ανακοινώσει πως σταμάτησε από τα στριπτιζάδικα, ένα μήνα πριν. Μετά που είχαμε μια έντονη συζήτηση. Της παρουσίαζα ωμά και ρεαλιστικά την κατάσταση της ζωής της.
" - You’ re fucking right", μου είχε πει. Όταν μίλαγε αγγλικά ήταν πολύ πειραγμένη – και πολύ πιωμένη. Βούτηξε ένα ποτήρι και προσπάθησε να το πετάξει στην πίστα. Της έπιασα με δύναμη το χέρι, την πόνεσα. Με όλα. " - Φύγε, μην χαλάς άλλο τη ζωή σου" της είπα. " - Φεύγω, να μην σου χαλάσω το βράδυ" αντιγύρισε δακρυσμένη. Σηκώθηκε δείχνοντας αξιοπρεπής και προσέχοντας τα βήματά της απομακρύνθηκε από τον καναπέ.

Είχα να πάω στο μαγαζί καμιά δεκαπενταριά μέρες. Μπήκα και στάθηκα στη γωνία του μπαρ, χαιρέτησα. Το αφεντικό και τον μπάρμαν το φίλο μου. Όχι με αυτή τη σειρά. " - Καλά, πού το’ μαθες;" μου είπε το αφεντικό. " - Ποιο;" " - Ότι γύρισε η δικιά σου". " - Δεν το’ μαθα, τώρα το ακούω." " - Ε τότε, να πάρεις λαχείο". Χαμογέλασα, " μπα, προτιμώ ιππόδρομο". Ακούμπησα τον αγκώνα μου στη μπάρα και έβαλα coca cola στο ποτήρι με τα παγάκια που είχε ήδη καταφθάσει. Άρχισαν να έρχονται τα κορίτσια για να χαιρετίσουν. Άνοιγμα της καπαρντίνας, χώσιμο στην αγκαλιά, φιλί στο μάγουλο ή πεταχτό στο στόμα – αναλόγως των αισθημάτων, μούρη γεμάτη με στρας μετά από 10 λεπτά.
Με την άκρη του ματιού μου, την εντόπισα στο βάθος του μαγαζιού. Με είχε δει. Στεκόταν όρθια και ακίνητη. Αναποφάσιστη. Κινήθηκε προς το μπαρ, μα στα μέσα της διαδρομής έσκυψε και μίλησε σε κάποιον πελάτη, σαν να έψαχνε αυτόν. Ξανασηκώθηκε, έκανε δύο-τρία βήματα ακόμα προς το μπαρ και με μεταβολή κατευθύνθηκε προς τις τουαλέτες. Την ώρα εκείνη ήρθε η Αΐντα, μια μελαχρινή ανατολίτισσα, Ουζμπεκιστάν μεριά, εικοσάχρονη, με αμυγδαλωτά μαύρα μάτια. " - Πού ήσουνα μέρες τώρα;" Προσπαθεί να μάθει ελληνικά το μικρό. " - Δουλειές", απάντησα αόριστα. " - Έλειψες πολύ σε πουτανάκι σου". Για τον εαυτό της μιλούσε. Την αγκάλιασα με τρυφερότητα και τη φίλησα στο μέτωπο.
Με την άκρη του ματιού μου την είδα να βγαίνει από την τουαλέτα. Άρχισε να περπατά με το γνωστό απαράμιλλο τρόπο της, που σημαίνει πρόσωπο ψηλά, στήθος προτεταμένο και λίκνισμα που θα κόλαζε και άγιο. Που σημαίνει πως είχε αποφασίσει να έρθει να μου μιλήσει. Όταν είχε φθάσει στα έξι – επτά μέτρα από μένα, κράτησα στην αγκαλιά μου τη μικρόσωμη Αΐντα με το ένα χέρι και άνοιξα το άλλο, το αριστερό. Την προσκαλούσα χαμογελώντας πλατιά. Στα τελευταία της βήματα κοιταζόμασταν στα μάτια. Η Αΐντα γύρισε, την είδε και αμέσως άδειασε την αγκαλιά μου – σεβασμός στην ιστορία μας, σε ό,τι ήταν φανερό σε όλους, σ’ αυτά που αισθανόμασταν.

Μπήκε στην αγκαλιά μου, σχεδόν ακούμπησε – σαν το πλοίο που αφήνει την ανταριασμένη θάλασσα και γλιστράει στο λιμάνι. Με φίλησε στο μάγουλο. Την φίλησα κι εγώ, χωρίς να έχω σταματήσει να χαμογελώ. Απομάκρυνε το πρόσωπό της λίγα εκατοστά και ενώ μου σκούπιζε τα στρας, μου είπε:
" - Γεια σου, πού το’ ξερες;"
" - Δεν ήξερα τίποτα, μωρό μου. ‘Ετυχε".
" - Destiny." είπε και φωτίστηκε το πρόσωπό της." Τι νέα;"
" - Τα ίδια. Ξέρεις, κέρδισα ένα στοίχημα. Ένας φίλος μου πίστευε πως θα ξαναγύριζες στη δουλειά σε δυο εβδομάδες. Εγώ του είπα πως σε είχα για πιο πεισματάρα, θα έκανες τουλάχιστον ένα μήνα. Και κέρδισα."
Αμηχανία. Δίπλα μας το αφεντικό, κοίταζε. Τον κοίταξα. " - Ξέρεις, για να την ξαναπάρω να δουλέψει, έπαιξε ρόλο και η αδυναμία που της έχεις. Και το κόλλημα που έχει αυτή μαζί σου, επίσης." Χαμογέλασα. " - Θα μου την αφήνεις να δουλεύει και λίγο, έτσι;" συνέχισε μισοαστεία-μισοσοβαρά.
Γύρισα και την ξαναείδα, εκεί, λίγα εκατοστά από το πρόσωπό μου, σε επαφή με το σώμα μου. Αμηχανίας συνέχεια. Το πήρε απόφαση: " - Ξέρεις, ορκίστηκα σε μένα, αν σε ξαναδώ, να σου πω γεια σου και αυτά. Τίποτα άλλο. Να πάω για δουλειά μου".
" - Το φαντάστηκα πως θα ήταν έτσι" απάντησα χωρίς να χαμογελάω πια.
Απαλά ξεγλίστρησε από την αγκαλιά μου, με φίλησε στο μάγουλο, έδιωξε με το χέρι της λίγα ακόμα στρας και μου είπε με απόγνωση στο βλέμμα: " - Πάω για δουλειά". Πριν απαντήσω, γύρισε και άρχισε να απομακρύνεται – μου φάνηκαν γυρτοί οι ώμοι της για πρώτη φορά. Έκανε επτά-οκτώ βήματα. Κοντοστάθηκε. Και ξαφνικά, κάνει μεταβολή, αρχίζει να τρέχει πάνω στα εικοσάποντα τακούνια της και πέφτει με ορμή στην αγκαλιά μου, σαν την ανταριασμένη θάλασσα πάνω στο μόλο. Με φιλάει στο στόμα. Την φιλάω κι εγώ. Χάνεται ο κόσμος. Χάνεται ο χρόνος, φως παντού και πουθενά.
" - Μου έλειψες".
" - Κι εμένα" απαντώ.
" - Σε αγαπάω".
" - Κι εγώ ".
" - Είμαι ακόμα με το γκόμενο".
" - Destiny" της χαμογελάω.
Ακουμπάει το κεφάλι της στο στέρνο μου και γαντζώνεται πάνω μου. Σηκώνω το κεφάλι μου και κοιτάω το ταβάνι, τι να μου πει κι αυτό…
Κι ακούω στο μυαλό μου τη φωνή του Joe Cocker να τραγουδάει:
“...N'Oubliez Jamais
It's in your Destiny
A need to disagree
When rules get in the way
N'Oubliez Jamais...”
Το αφεντικό, όλη την ώρα δίπλα, παρακολουθούσε.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημ: Το μουσικό χαλί "εκλάπη" από τον RockerBlogger και το post του για τον Joe Cocker .

Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2007

Το striptease της "allmylife"

Την γνωρίσατε. Είναι αυτό που νομίζετε. Είναι και πολλά άλλα. Δεν είναι τίποτα απ’ όσα φαντάζεστε. Είναι ένα συναπάντημα, με ελαφρό περπάτημα. Την βλέπεις ή την διαβάζεις, την ακούς ή την συναντάς, το ίδιο είναι. Και εκεί που αφουγκράζεσαι να δεις περί τίνος πρόκειται, έχει ήδη μπει μέσα σου, με τέτοια άνεση που δεν έχω ματασυναντήσει. Μπαίνει στο μυαλό και την ψυχή σου. Ούτε καν το επιδιώκει, αυτή την εντύπωση σου δίνει. Και όμως μπαίνει και αλωνίζει, από νεραϊδογενιά, μην το ξεχνάτε ποτέ – για τον εαυτό της το λέει και έτσι είναι.

Δεδομένα

  • Είναι αυθεντική. Wysiwyg (νομίζω πως έτσι το λένε οι κομπιουτεράδες), δηλαδή “what you see is what you get”. Δεν προσποιείται, είναι αυτό που φαίνεται. Κι αν καμιά φορά παίζει και λίγο θέατρο, είναι για καλό σκοπό. Κάποιον δε θέλει να στενοχωρήσει, κάποιον θεωρεί σε αδύναμη θέση.

  • Είναι αληθινή. Μπορεί να λέει ψέματα, όταν κρίνει πως χρειάζονται, ποτέ όμως δεν υπήρξε ψεύτικη.

  • Είναι δίκαιη. Αυτό όμως δεν λέει και πολλά, από την στιγμή που τα κριτήρια οι κώδικες και οι νόμοι είναι της απολύτου αποδοχής της, αυστηρώς προσωπικοί. Θέλω να πω πως είναι δίκαιη, μα στους άλλους μπορεί κάποιες φορές να φαίνεται άδικη. Αυτή δεν αισθάνεται έτσι. Αν ποτέ αισθανθεί, θα ζητήσει με λόγια και έργα συγγνώμη.

  • Η αισθητική, με την ευρύτερη έννοια, είναι από τις υψηλότερες αξίες της. Αισθητική σε όλους και για όλα, πολυεπίπεδη και ασυμβίβαστη. Πόσο κουραστικό είναι αυτό μερικές φορές, δεν φαντάζεστε…

  • Είναι Κεφαλλονίτισα. 100%. Αυτά.

  • Το θυμικό της, είναι το κέντρο της ύπαρξής της. Κυριαρχεί επάνω της. Το ακολουθεί, δείχνει σα να μην μπορεί να κάνει αλλιώς. Μπορεί να χαρεί όσο δεν έχει χαρεί άνθρωπος. Και μέσα σε πέντε λεπτά να νοιώθει τόση δυστυχία, όσο λίγοι άνθρωποι έχουν νοιώσει. Και τα δύο με την ίδια ένταση. Με την ίδια αλήθεια. Από το θυμικό προέρχεται και ο θυμός… Ή το αντίθετο, τι σημασία έχει;

  • Σιχαίνεται τα ανθρωπάκια. Όσο τίποτα. Μην μπερδεύεστε, όχι τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη ή που δεν στάθηκε καλή η ζωή μαζί τους, τα ανθρωπάκια, ιδίως αυτά που έχουν και δύναμη ή λεφτά. Είναι απέναντί τους. Πάντα.

  • Δεν μπορεί τους δειλούς άντρες. Τους δειλούς, όχι τους φοβισμένους.

  • Δεν μπορεί τους δήθεν. Τους μυρίζεται από χιλιόμετρα μακριά. Τους αποφεύγει διακριτικά, αν γίνεται. Αλλιώς καθόλου διακριτικά!

  • Υπερασπιστής των αδυνάτων! Batman και Superman μαζί, δύο σ’ ένα σαν το Vidal Sasoon. Θεωρεί υποχρέωσή της να παρέμβει όταν κάποιος είναι σε δύσκολη θέση. Ή όταν αυτή νομίζει πως είναι έτσι. Αυτό το τελευταίο είναι πρόβλημα, πιστέψτε με! Ποιον υπερασπίζεται; Οποιονδήποτε. Δεν υπάρχει καμία εξαίρεση, αρκεί να πιστέψει πως βρίσκεται σε αδύναμη θέση.

  • Φιλόζωη. Μπα, δεν αρκεί αυτή η λέξη. Δεν μπορώ να βρω όμως άλλη. Η αγάπη της για τα ζώα δεν μπορεί να περιγραφεί, μόνο να την καταλάβεις μπορείς την ώρα που τη δείχνει σε κάποιο ζωντανό. Άλλο πρόβλημα κι αυτό. Πιστέψτε με και πάλι, ξέρω τι σας λέω…

  • Εγωίστρια και ξεροκέφαλη. Πολύ. Πιο πολύ κι από πολύ. Βράχος. Αμετακίνητη. Δεν της αλλάζεις άποψη – ειδικά αν έχει προέλθει από κάτι που έχει η ίδια βιώσει – με ΤΙΠΟΤΑ. Το μόνο που σου παραχωρεί, αν σε αγαπάει, είναι να κάνει πως πείστηκε. Τίποτα άλλο.

  • Ευαίσθητη. Πληγώνεται εύκολα. Πριν απ’ όλους το ξέρει η ίδια πως είναι έτσι. Αποτέλεσμα; Για να μην πληγωθεί, μπορεί να ισοπεδώσει με την επίθεσή της κάποιον. Για να προλάβει τη δική του. Συνήθως, έχει δίκιο…

  • Πιστεύει στον Χριστό. Όπως λέει και η ίδια, στο Χριστό, όχι στο Θεό. Τώρα πώς τα διαχωρίζει, προσπαθώ να καταλάβω εδώ και 23 χρόνια. Μην της μιλήσετε όμως για παπαδαριό! Τους σιχαίνεται, με ελάχιστες εξαιρέσεις αγίων ανθρώπων – έναν είχα την τύχη να της τον γνωρίσω εγώ.

Πώς σας φάνηκε το striptease της allmylife; Αν έχει κι άλλο; Μα φυσικά, δεν είναι όμως σωστό να την αφήσω και τσίτσιδη. Εξάλλου, με τι θα έχω να την εκβιάζω, αν δεν μου κάνει κάποιες φορές αυτό που θέλω; Ε; Μην ξεχνάτε, είμαι ο πλέον έγκριτος allmylife-ολόγος, κανείς δεν ξέρει όσα εγώ!
Είσαστε τυχεροί που τη συναντήσατε. Ήρθε στη ζωή σας. Δεν ξέρω αν θα χαρείτε ή θα σας προκαλέσει θλίψη. Για ένα είμαι όμως σίγουρος: θα περάσετε έντονα μαζί της, αληθινά και παθιασμένα. Το προκαλεί αυτό, η νεραϊδογενιά που λέγαμε.
Δεν ξέρω για πόσο θα μείνει μαζί σας. Ένα σας λέω όμως: αν φύγει, θα φταίτε εσείς. Κάτι δεν υπολογίσατε, κάτι από τα χιλιάδες μικρά ή μεγάλα που την ενοχλούν. Αυτή δεν φταίει, πολλέσ φορές ούτε καν θέλει να φύγει. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς...
Και μην παρασυρθείτε και απαιτήσετε αποκλειστικότητα! Αυτό ξεχάστε το. Αυτήν την χαρίζει μόνο εκεί που η ίδια αποφασίζει, κι αυτό πολύ σπάνια. Μην σας στενοχωρεί όμως αυτό. Καλύτερα. Δεν ξέρετε τι κέρατο βερνικωμένο που είναι! Για φανταστείτε να την έχετε και αποκλειστικά!
Και μια υποσημείωση: όποιος ή όποια απ’ αυτά που έγραψα αισθανθεί ανασφάλεια, τότε δεν καταλαβαίνει ούτε εμένα, ούτε την allmylife. Είναι μακριά νυχτωμένος.


Επίλογος

Στην αίθουσα του αεροδρομίου στην Αβάνα, κάθεται σε ένα τραπέζι, κοιτώντας έξω από την τζαμαρία το αεροπλάνο που μόλις προσγειώθηκε. Αυτό που σε λίγο θα απογειωθεί ξανά για να τον πάει στις ΗΠΑ. Να τον ταξιδέψει μακριά από τη γυναίκα που περισσότερο απ' οτιδήποτε αγάπησε στη ζωή του.Έρχεται αθόρυβα πίσω του, εκείνη, στέκεται για λίγο και τον ρωτάει:

Roberta Duran (Lena Olin): Are you waited for me?
Jack Weil (Robert Redford): All my life!

Και έτσι προέκυψε το όνομά της στο διαδίκτυο, από την ταινία HAVANA.


Σημείωση: Γιατί έφυγε ο μαλάκας και δεν την πήρε μαζί του; Γιατί; Γιατί δεν τη βούταγε από το μαλλί να την χώσει στο αεροπλάνο; Τι ήθελε να μας αποδείξει; Πως σεβάστηκε αυτό που η ίδια ήθελε; Πίπες! Άστο διάολο με τον χέστη. Τα είπα και ξεθύμανα.

Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2007

Femme Natale (part II)

Εγώ κι αυτός

Ήταν ένα από τα συνηθισμένα βράδια στη δουλειά, όταν στο μαγαζί ήρθε η παρέα του Γάμμα – ένας από τους πρώτους και πιο παλιούς μου πελάτες από το μαγαζί που δούλευα πριν.
(Καλό παιδί ο Γάμμα, ήσυχος, σχεδόν αμίλητος. Πλήρωνε πολλά για μένα και δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα. Ήταν από τις πιο καλές περιπτώσεις που μπορούσες να βρεις, για πελάτης. Στην αρχή μάλιστα με γοήτευε κιόλας. Είχα κοιμηθεί κι ένα βράδυ μαζί του, μα μέχρι εκεί. Έξω από το μαγαζί δεν ήταν αυτό που φαινόταν. Πολλά κόμπλεξ. Αν πας με έναν άντρα στο κρεββάτι, καταλαβαίνεις γι' αυτόν πολλά, αισθάνεσαι.)
Φυσικά, πήγα στην παρέα του. Ήταν ο Λάμδα, ο γυμνασμένος φίλος τους ( μάλλον Κάππα τον έλεγαν) και ένας που έβλεπα για πρώτη φορά. Κάθισα με το Γάμμα, μα τα μάτια μου έπεφταν συνέχεια στον καινούριο. Ωραίος έδειχνε, μα δεν ήταν αυτό που με τραβούσε. Στο μαγαζί συνηθίζεις να μην προσέχεις την εξωτερική εμφάνιση - γιατί τότε πώς θα κάνεις παρέα και θα αγγίξεις τους άσχημους; Ήταν αλλιώτικος από τους άλλους. Δεν καταλάβαινα τι το ξεχωριστό είχε, μα εξέπεμπε κάτι διαφορετικό. Και με κοιτούσε συνέχεια, προσπαθώντας να μη φανεί - νόμιζε μάλιστα πως το είχε καταφέρει. Έτσι κύλησε όλο το βράδυ. Αυτός δεν πήρε κάποια κοπέλα για παρέα, παράξενο κι αυτό. Τότε γιατί ήρθε στο στριπτιζάδικο;

Θυμάμαι πως το πρωί που έφυγα, στο μυαλό μου γυρόφερνε αυτός ο ψηλός, πληθωρικός άντρας με το έντονο βλέμμα και την ξεχωριστή αύρα. Μάλιστα για κάποιες στιγμές, σκέφτηκα τον εαυτό μου μαζί του! Αν είναι δυνατόν! Μέσα μου έβαλα τα γέλια. Έξω μου δεν μπορούσα, γιατί θα με ρωτούσε ο Δέλτα, το αγόρι μου και τι να του πω… Απλώς, χαμογέλασα. Δεν είχα καν μιλήσει μαζί του, δεν ήξερα το όνομα του και σκεφτόμουν βλακείες. Έθαψα τις σκέψεις μου, όπως είχα μάθει πλέον καλά να κάνω και συνέχισα τη ζωή μου. Μέσα σε έναν μήνα, τον είδα άλλες δυο φορές. Πάντα αμίλητος, πάντα χωρίς κοπέλα, εγώ με τον Γάμμα και όποτε γύριζα να τον δω, με κοιτούσε. Τι παράξενο! Πρώτη φορά μου κινούσε την περιέργεια τόσο πολύ ένας πελάτης και μάλιστα όχι δικός μου! Το σίγουρο ήταν πως ήθελα να του μιλήσω, να μάθω γι’ αυτόν, να κάνουμε παρέα. Τον είδα άλλες δυο φορές με την παρέα του, χωρίς το Γάμμα. Πλησίασα και τις δυο φορές και τον ρώτησα για τον Γάμμα, ελπίζοντας πως θα μου έπιανε την κουβέντα, θα με καλούσε στο τραπέζι του. Όμως αυτός τίποτα. Τι παράξενος που ήταν… Σαν να μην ήθελε να μου μιλήσει, σαν να τον ενοχλούσε που του μίλαγα. Τότε όμως γιατί με κοιτούσε βράδια ολόκληρα; Μήπως δεν του άρεσα; Μα αφού δεν έπεφτα ποτέ έξω σ’ αυτές τις διαπιστώσεις. Έτσι κύλησε σχεδόν άλλος ένας μήνας. Και για πρώτη φορά, απασχολούσε το μυαλό μου ένας άντρας με τον οποίο δεν είχαμε πιει ούτε ένα ποτό, δεν ήξερα καν το όνομά του. Μυστήρια που είναι η ζωή…

Ήταν μια Πέμπτη γύρω στις τέσσερις το πρωί. Είχα ήδη δουλέψει 4 ώρες και είχα πιει αρκετά, ήμουν μεθυσμένη. Τον είδα ξανά με την παρέα του στον γνωστό καναπέ που πάντα κάθονταν στο Baby G.. Ο φίλος του είχε μια κοπέλα και αυτός καθόταν μόνος. Πλησίασα και του μίλησα για τρίτη φορά, για το μόνο θέμα που είχαμε κοινό: τον ρώτησα για τον Γάμμα. Μου απάντησε πάλι κοφτά και ψυχρά. Πήγα να φύγω, όταν μέσα μου φούντωσε ο θυμός και ξαναστράφηκα προς το μέρος του. Κάθισα δίπλα του στον καναπέ και άρχισα να του τα χώνω, βοήθησε και το ποτό που είχα πιει. "Τι περιμένεις, γιατί δεν μου μιλάς, γιατί δεν κάνουμε παρέα, μήπως δεν σου αρέσω, μήπως είσαι μαλάκας" και άλλα τέτοια που καλά - καλά δεν θυμάμαι γιατί ήμουν ζαλισμένη. Και τότε μου μίλησε. Μου είπε πως τον λένε Σοφοκλή. Μου εξήγησε πως δεν μου μιλούσε γιατί τον ρωτούσα συνεχώς για τον Γάμμα. Νόμιζε πως ήθελα τον Γάμμα. Και πώς μπορούσε να μου μιλά, αφού δεν μου άρεσε! Έπαθα πλάκα. Έπεσα από τα σύννεφα. Όλα αυτά που μου έλεγε – και φαινόταν να λέει αλήθεια – μια εξήγηση είχαν: με έβλεπε σαν κανονική κοπέλα και όχι σαν στριπτιζού! Με συνάντησε στο Baby G. και με θεωρούσε κανονική κοπέλα! Πώς θα έκανε παρέα με μια που ήταν με έναν φίλο του; Ξεχνούσε πως αυτή ήταν η δουλειά μου! Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, με κατέκλυσε μια ζεστή αίσθηση και ανοίχτηκα. Άρχισα να του μιλάω και δεν σταματούσα! Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. Είχε μια παράξενη επίδραση επάνω μου: με έκανε να αισθάνομαι ασφαλής, να αισθάνομαι τρυφερότητα. Με έκανε να είμαι αυτό που με έβλεπε: μια κανονική κοπέλα και όχι μια στριπτιζού! Με έκανε να αισθάνομαι Ναταλία, παρ’ όλο που σ’ αυτόν συστήθηκα ως Άντζελα.

Όλο το βράδυ ήμουν μαζί του. Με κέρασε κόκκινο κρασί – 200 ευρώ, λες να έχει λεφτά; – μέθυσα τελείως. Δεν θυμάμαι καλά, μα νομίζω πως του χόρεψα, τον φίλησα πολλές φορές, τον άγγιζα σε κάθε ευκαιρία, δεν θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι ήταν το μεγάλο, ζεστό, sexy χαμόγελό του. Του άρεσα, το επιβεβαίωσα. Το πρωί που έφυγα, είχα μια παράξενη αίσθηση – σαν να είχα απατήσει το Δέλτα. Δεν το σκεφτόμουνα, μα το αισθανόμουν. Αυτός ο άνθρωπος, με έκανε να μην αισθάνομαι "επαγγελματίας". Με ανάγκαζε να δείχνω, όσο κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, τον αληθινό εαυτό μου.

Έκανα παρέα μαζί του για αρκετά βράδια, από την ημέρα εκείνη και μετά. Έμαθα γι’ αυτόν, όσα μου έλεγε. Ήταν 40 χρονών, ανύπαντρος, χωρίς παιδιά, χωρίς πολλά λεφτά. Είχε καλή ψυχή, αυτό το κατάλαβα μόνη μου, είχε χιούμορ, ήξερε να με κάνει να νοιώθω άνετα και ασφαλής. Μόλις τον έβλεπα να μπαίνει στο μαγαζί, ανακουφιζόμουν. Θα περνούσα δυο-τρεις ώρες ευχάριστα. Είχα αρχίσει να αποζητώ την συντροφιά του.
Φορά με τη φορά, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν μεταξύ μας. Ένα από τα βράδια που είχε έρθει, είχα τη γιορτή μου. Με την ευκαιρία, του είπα και το πραγματικό μου όνομα: Ναταλία. Περνούσα καλά, μα κάτι παράξενο συνέβαινε και το αισθανόμουν. Το βλέμμα του γινόταν όλο και πιο έντονο, εγώ μιλούσα όλο και περισσότερο. Αρχίσαμε να νοιώθουμε πράγματα που δεν λέγαμε. Άρχισα να μην μεθώ όταν ήμουν μαζί του, αν και έπινα. Δεν το είχε ανάγκη το μυαλό μου φαίνεται… Μου ζήτησε το τηλέφωνό μου και του το έδωσα. Έλειπε και ο Δέλτα στην Ουκρανία και τα πράγματα ήταν πιο εύκολα, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα εγώ τότε. Μου άρεσε σαν άντρας. Τον σκεφτόμουν και εκτός μαγαζιού. Δεν θα μπορούσα όμως να κοιμηθώ μαζί του, όχι εύκολα. Με είχε συνεπάρει στον κόσμο του, εκεί που δεν ήμουν μια στριπτιζού, ήμουν αυτό που είχα θάψει βαθιά μέσα μου: ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα. Δεν θα μπορούσα λοιπόν να το χαλάσω αυτό, για μια βραδιά μαζί του. Δεν το ήθελα. Νομίζω – ή ελπίζω;- ούτε κι αυτός.
Βγήκαμε και εκτός μαγαζιού δύο φορές. Μια για καφέ και μια για φαγητό. Επιβεβαίωσα αυτά που είχα καταλάβει γι’ αυτόν. Ήταν ένας άντρας όχι σαν αυτούς που με περιτριγύριζαν χρόνια τώρα. Ήταν από άλλο κόσμο, κάτι σαν εξωγήινος. Τρυφερός, ντροπαλός, καλός, μα ταυτόχρονα άντρας. Μου είπε πως του άρεσα περισσότερο με τα ρούχα μου! Άκου εκεί τι μου είπε! Μα δεν έπρεπε πια να μου κάνει εντύπωση: γι’ αυτόν ήμουν μια φυσιολογική κοπέλα, ούτε που του περνούσε από το μυαλό η αλήθεια, όταν ήταν μαζί μου τουλάχιστον. Τις άλλες ώρες δεν ξέρω. Ποτέ δεν με πίεσε για τίποτα, ποτέ δεν μου ζήτησε τίποτα. Μαζί του ήμουν τόσο χαλαρή, τόσο ήρεμη, είχα ξεχάσει πόσο ωραία αίσθηση ήταν αυτή. Και έτσι στο μαγαζί ή έξω, συνέχιζε η γνωριμία μας. Ώσπου… Ώσπου τα πράγματα άρχισαν ν’ αλλάζουν, μέσα μου κυρίως. Τον σκεφτόμουν πολλές φορές, σαν άντρα. Σκεφτόμουν αν θα μπορούσα να τον αγαπήσω. Μα ναι, ήταν σίγουρο αυτό. Ίσως ήταν ο μόνος από αυτούς που είχα συναντήσει στη ζωή μου που μπορούσα ν’ αγαπήσω πολύ και πραγματικά. Και τότε ήταν που συνειδητοποίησα τι έκανα!

Είχα αρχίσει να του λέω ψέματα. Μα πώς στο διάολο να του πω όλη την αλήθεια; Χωρίς να το καταλαβαίνω, είχα αρχίσει να ωραιοποιώ τον εαυτό μου, να αποκρύπτω γεγονότα και πληροφορίες. Δεν ήθελα να του χαλάσω την εικόνα που αυτός είχε δημιουργήσει για μένα. Πώς μπορούσα να το κάνω άλλωστε; Πώς να του πω την πραγματική μου σχέση με τον Δέλτα; Ντρεπόμουν. Όσο αυτός με αντιμετώπιζε σαν μια κανονική κοπέλα, τόσο πια εγώ ντρεπόμουν γι’ αυτό που ήμουν. Η στάση του, ενώ μου άρεσε τόσο, με καταρράκωνε εσωτερικά. Όσο ο Σοφοκλής έβλεπε – και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια – το κορίτσι που υπήρχε μέσα μου, το έδειχνε και σε εμένα. Κι έτσι, αυτό που τόσο καιρό προσπαθούσα να θάψω, το έφερε ξανά στην επιφάνεια. Και τότε, πονούσα για το άλλο μέρος του εαυτού μου, για την Άντζελα, τη στριπτιζού. Πονούσα για αυτά που έχανα, πονούσα γι’ αυτό που είχα γίνει. Και του έλεγα ψέματα. Όσο πιο συχνά, τόσο πιο πολύ του επαναλάμβανα πως πάντα του έλεγα αλήθεια. Είχα ανάγκη να το πιστεύει. Τον έπειθα; Δεν ξέρω. Πάντα γελούσε αινιγματικά και με χάιδευε τρυφερά. Τουλάχιστον ήξερα πως δεν του έλεγα τελείως ψέματα: του έλεγα αυτό που θα ήθελα να ήταν η αλήθεια! Του έλεγα πως με ήθελε πολύ ο Δέλτα, πως με βόλευε, μου έκανε όλα τα χατίρια. Δεν του έλεγα πως είχα αρχίσει να γίνομαι κτήμα του, πως με εκμεταλλευόταν, πως με χτυπούσε μερικές φορές. Κάποιες φορές δεν άντεχα και του έλεγα και κάποια αληθινά γεγονότα, πως του έστειλα λεφτά στην Ουκρανία, για παράδειγμα.

Γιατί να μην είναι κι αυτός σαν τους άλλους; Γιατί να μην είναι μαλάκας, να του κάνω χορούς, να του παίρνω απλώς τα λεφτά…Θα ήξερα τουλάχιστον πώς να φερθώ, θα συμφωνούσαν αυτά που ζούσα μαζί του με αυτό που ήμουν. Μα τι λέω;; Αντί να χαίρομαι που είναι αλλιώτικος, που τουλάχιστον αυτός είδε σε εμένα την "άλλη", την θαμμένη, την καλή πλευρά μου; Που μου την έδειξε κι εμένα, που μου θύμισε πως υπάρχει; Μια θέλω το ένα και μια το άλλο. Άρχισα πάλι να βασανίζομαι. Μια χαίρομαι και μια πονώ. Δεν φταίει αυτός, το ξέρω. Μα άρχισα στιγμές – στιγμές να ελπίζω. Δεν υπάρχει τίποτα που να φοβάμαι τόσο, όσο την ελπίδα που θα μείνει ανεκπλήρωτη! Φοβάμαι να ελπίζω. Δεν το καταλαβαίνει; Πώς πιστεύει πως μπορώ να αλλάξω τη ζωή μου και να έχουμε μια φυσιολογική σχέση;

Αυτός με εμένα

Κάποια μέρα, γύρω στα μέσα Σεπτεμβρίου, γύρισε ξαφνικά ο Δέλτα. Είχα πει πως θα τηλεφωνούσα στο Σοφοκλή, μα δεν μπορούσα. Την επόμενη μέρα, του έστειλα μήνυμα για να του εξηγήσω. Και τότε το συνειδητοποίησα: είχε αρχίσει να έχει σημασία για μένα. Τον σεβόμουν, όπως κανένα άντρα μέχρι τώρα. Του έστειλα μήνυμα, λες και είχα υποχρέωση! Μα φαίνεται πως είχα, στον εαυτό μου. Ήταν αυτό που κυριαρχούσε. Με έκανε να αισθάνομαι πως ήμουν αυτό που έβλεπε σε εμένα: μια φυσιολογική γυναίκα. Τότε κατάλαβα πως ο άντρας αυτός, ήταν το αντίθετο από τον πατέρα μου. Εκείνος με έβλεπε πουτάνα ενώ δεν ήμουν, αυτός με έβλεπε κανονική γυναίκα, την ώρα που αχεδόν όλοι οι υπόλοιποι με νόμιζαν πουτάνα! Ίσως να μου το χρωστούσε η ζωή. Έκλαψα πολύ εκείνο το βράδυ. Ίσως από χαρά, ίσως από απόγνωση, ίσως από φόβο. Δεν ξέρω, μάλλον απ’ όλα αυτά μαζί.

Το επόμενο βράδυ, τον συνάντησα στο μαγαζί. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως θα ήταν μια βραδιά διαφορετική, μια βραδιά γεμάτη αλήθειες, με φόντο τα sexy shows του Baby G.. Κάθισα δίπλα του, πιο μαγκωμένη από τις άλλες φορές. Κατάλαβα πως θα μου μιλούσε. Προσπάθησα να το αποφύγω, μιλώντας για άσχετα θέματα. Με κοιτούσε σχεδόν αμίλητος. Και κάποια στιγμή μου είπε: "Όλο το βράδυ θα λέμε μαλακίες ή θα μιλήσουμε για μας"; Δεν άντεχα να ακούσω. Του το είπα. Επέμεινε, μα μου υποσχέθηκε πως δεν θα με στενοχωρήσει, λες και ήταν αυτό δυνατόν. Άρχισε να μιλάει. Με έπιανε από το κεφάλι και με τα δυο του χέρια, πάντα με τρυφερότητα, και μίλαγε κοντά στο αυτί μου λες και φοβόταν πως θα ακούσουν οι άλλοι. Λες και μπορούσε ν’ ακούσει κανείς μέσα στην εκκωφαντική μουσική του μαγαζιού. Μου είπε πως του αρέσω. Πως ένοιωθε κάτι σημαντικό για μένα. Πως δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτα, μα θα ήθελε να είμαστε μαζί ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Πως θα έπαυε να είναι πελάτης μου, να πληρώνει για μένα. Πως δεν άντεχε άλλο κάτι τέτοιο. Πως δεν μου ζητούσε τίποτα, απλώς ήθελε να μου πει τι νοιώθει – πως είχε ήδη αργήσει να μου εξηγήσει, λες κι εγώ δεν ήξερα…

Και τότε, άρχισα να νοιώθω υπεύθυνη για ό,τι αυτός αισθανόταν. Άρχισα να νοιώθω τύψεις, για πράγματα που δεν είχαν γίνει ακόμη. Η αγνότητα με την οποία με πλησίαζε, με έκανε να τα χάνω. Έπρεπε να ξεκαθαρίσω τα πράγματα. Υπήρξαν και άλλες φορές στο παρελθόν που απαλλάχτηκα από κάποιους πελάτες που άρχισαν να με θέλουν πολύ και μου δημιουργούσαν πρόβλημα τόσο στη δουλειά όσο και στη ζωή μου. Μπορούσα να το κάνω με χαρακτηριστική άνεση. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Ένα μέρος του εαυτού μου δεν ήθελε να τον χάσει. Ο υπόλοιπος εαυτός μου όμως, ήθελε να τον διώξει. Δεν ήξερα τι να κάνω. Κάποια στιγμή όμως συνειδητοποίησα πως για να τον κρατήσω, έπρεπε να του πω όλη την αλήθεια. Αυτό δεν το άντεχα! Δεν μπορούσα να ρισκάρω την απόρριψη εκ μέρους του. Βέβαια, κάτι μου έλεγε πως είχε καταλάβει περισσότερα απ’ όσα του είχα πει, περισσότερα απ’ όσα έδειχνε. Μα όχι! Δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Δεν υπήρχαν ελπίδες για μια σωστή σχέση. Πόσα θα είχαμε να αντιπαλέψουμε! Τόσους ανθρώπους εναντίον μας! Ο Δέλτα, η αδελφή μου, οι δικοί του συγγενείς…Κι έτσι, αποφάσισα να τον διώξω.

Ήταν ένα βράδυ, που είχε έρθει στο Baby G. και κατά σύμπτωση ήταν μαζί και η υπόλοιπη παρέα: ο Λάμδα και ο …Γάμμα! Πήγα στο τραπέζι και κάθισα στα πόδια του, ήμουν ήδη μεθυσμένη. Αφού τα είπαμε για λίγο, πήγα να χαιρετίσω το Γάμμα και κάθισα λίγο και μ’ αυτόν. Γύρισα στο Σοφοκλή και πρόσεξα το βλέμμα του. Ήταν λυπημένο, πληγωμένο και θυμωμένο μαζί μα αυτός δεν μου είπε τίποτα. Δεν άντεχα άλλο αυτή την κατάσταση, γιατί ενδιαφερόμουν κι εγώ γι’ αυτόν. Αν τον έβλεπα σαν απλό πελάτη, όλα θα ήταν πιο εύκολα. Όχι τώρα όμως. Και τότε ήταν που αποφάσισα να τον διώξω. Άρχισα να του μιλάω σκληρά. Να του λέω πράγματα που δεν ήθελε να ακούσει. Πως ήμουν μια στριπτιζού, πως τον ήθελα για τα λεφτά – να μου πληρώνει ποτά. Πως δεν ήμουν σοβαρή γυναίκα, πως ήμουν μια πουτάνα, όπως και οι άλλες κοπέλες του μαγαζιού. Πως δεν θα έπρεπε να περιμένει τίποτα από μένα, ούτε τώρα, ούτε και στο μέλλον. Τα έλεγα, μα για να τα πω υπέφερα, πονούσα, γιατί ήξερα πως δεν ήταν όλη η αλήθεια. Ευτυχώς με βοηθούσε το ποτό. Αυτός όμως όχι! Δεν με βοήθησε καθόλου, δεν με πίστευε! Και όσο μου το έλεγε, τόσο εγώ τα παρουσίαζα χειρότερα, πιο μαύρα, πιο ψεύτικα. Κι αυτός με κοίταζε με το αινιγματικό του χαμόγελο και μου έλεγε: "δεν σε πιστεύω". Τότε, τον ρώτησα αν έχει λεφτά να ξοδέψει για μένα. Μου είπε πως όχι. "Ε, τότε άντε γεια" του είπα και σηκώθηκα από το τραπέζι χωρίς να κοιτάξω πίσω μου. Πήγα στο μπαρ και βρήκα κάποιον να με κεράσει ποτά. Ήξερα πως με κοίταζε, το αισθανόμουν. Και έπαιρνα το χέρι του πελάτη και το έβαζα να μου χαϊδεύει τον κώλο. Για να το βλέπει. Για να πειστεί. Ούτε κι εγώ ξέρω πόση ώρα πέρασε. Δεν τον ξαναείδα μέσα στο μαγαζί.

Όταν σχόλασα, έφυγα με κάποια κορίτσια και πήγαμε στο Ciao για πρωινό. Ήμουν χάλια. Μεθυσμένη και στενοχωρημένη, η αλήθεια είναι πως τον σκεφτόμουν. Μου έστειλε κι ένα μήνυμα: « Πρέπει να ξέρω πότε έλεγες ψέματα, τόσον καιρό ή σήμερα» Είχα βγει από το αμάξι έξω από το Ciao και κοίταζα αν είχε έρθει ο Δέλτα, ενώ μιλούσα με μια φίλη μου. Τότε, είδα ένα αμάξι να πλησιάζει, να κοντοστέκεται δίπλα μου και τον Σοφοκλή να με χαιρετά με μια κίνηση του χεριού του, χωρίς να με κοιτά – δεν άντεχε ίσως. Τα έχασα. Αυτό το παιδί είχε έναν τρόπο να με κάνει να τα χάνω, λες και ήμουν καμιά παιδούλα, λες και δεν ήμουν μια έμπειρη γυναίκα της νύχτας. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Πάνω στην ώρα νάσου κι ο Δέλτα. Ήμουν αναστατωμένη όταν καθίσαμε. Με είχε πάρει από πίσω! Περίμενε να σχολάσω και με πήρε από πίσω. Τα πράγματα άρχιζαν να δείχνουν επικίνδυνα για μένα, μα κυρίως γι’ αυτόν. Ούτε είχε ιδέα πού πήγαινε να μπλέξει. Κι όμως, δεν θύμωσα. Μάλλον τρυφερότητα μου προξένησε όλη αυτή η φάση. Και χτυποκάρδι. Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. Και ξαφνικά, χτυπά το κινητό μου. Είναι αυτός, μα δεν προλαβαίνω να το σηκώσω, το πήρε ο Δέλτα, ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Ο Σοφοκλής δεν μίλησε, το έκλεισε και από τότε δεν με ξαναενόχλησε.

Πέρασαν σχεδόν δυο εβδομάδες. Καμία επικοινωνία με τον Σοφοκλή. Έδωσα εξετάσεις, πέρασα με άριστα. Ήθελα να του το πω, γιατί ήξερα πως θα χαιρόταν στ’ αλήθεια. Τελικά όμως, έγινε αυτό που ήθελα. Άλλαξα και μαγαζί, πήγα σ' ένα στριπτιζάδικο στο Κερατσίνι κι έτσι χαθήκαμε. Δεν ήμουν όμως ευχαριστημένη. Μου έλειπε, αν και όταν το σκεφτόμουν, γέλαγα με τον εαυτό μου. Μα σε τι ήλπιζα, η ηλίθια; Μπορούσαμε ποτέ να ήμαστε μαζί; Αυτός ήταν από έναν τελείως άλλο κόσμο, τι σχέση μπορεί να είχε μαζί μου; Ίσως σε μιαν άλλη ζωή, σε κάποιο άλλο σύμπαν, να βρίσκονταν οι ψυχές μας. Είχα αρχίσει να τον ξεχνάω, ήμουν τόσο καλή σε αυτό. Μπορούσα να επιβάλλω στο μυαλό και την καρδιά μου, αυτό που η λογική μου πρόσταζε. Μάλωνα συνέχεια με τον Δέλτα. Τις τελευταίες μέρες μάλιστα είχαμε χωρίσει και δεν βλεπόμαστε. Σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο τον Σοφοκλή, μα δεν το έκανα. Τι μου έφταιγε αυτός; Αφού ήξερα την συνέχεια. Θα ξαναγύριζα στον Δέλτα. Και τότε τι θα του έλεγα; Με συγχωρείτε, λάθος; Όχι, έπρεπε να τον κρατήσω έξω απ’ όλα αυτά.

Πήγαινα στη δουλειά μου μετά από αρκετό καιρό. Ήμουν χαρούμενη, γιατί έφυγα από το κλίμα του Baby G., γιατί βρήκα ξανά την φίλη μου τη Ναντίν και γενικά πέρναγα καλά. Ήταν ένα βράδυ, σχετικά νωρίς. Είχα έναν πελάτη και του έκανα χορό στο βάθος του μαγαζιού. Τελείωσα και πήρα τον διάδρομο προς το μπαρ, με περίμενε άλλος πελάτης – ευτυχώς, ποτέ δεν μου έλειψαν οι άντρες που με ήθελαν. Προχωρώντας στο μισοσκόταδο, τον είδα. Ήταν όρθιος μπροστά μου, με κοίταζε και μου χαμογελούσε με το γνωστό του χαμόγελο. Είχε έρθει! Χάρηκα τόσο πολύ! Τον αγκάλιασα, τον φίλησα στο στόμα, όχι τόσο πολύ όσο θα ήθελα. Τον ρώτησα αν θα κάτσει, να πήγαινα στο τραπέζι του. Μου είπε ναι. Πήγα. Μιλήσαμε. Με ρώτησε για την τελευταία φορά που είχαμε συναντηθεί. Του είπα. Μου είπε κι αυτός. Τελικά είχα δίκιο. Είχε καταλάβει πολύ περισσότερα για μένα, απ’ όσα του είχα πει. Μου έλεγε πράγματα για μένα που δεν είχα σκεφτεί ποτέ, μα μου φαινόταν σαν να τα ήξερα από καιρό. Τόσο αληθινά και εύστοχα. Ήμουν χαρούμενη, δεν έχει νόημα να το αρνιέμαι πλέον στον εαυτό μου. Μου αρέσει αυτός ο άντρας. Μου αρέσει που πιστεύει σε αυτά που ο ίδιος βλέπει σε μένα και όχι σε ό,τι του λένε οι άλλοι. Δεν πιστεύει ακόμα κι εμένα!

Ήρθε άλλες τρεις φορές. Ήταν καλά μαζί του. Πάντα είναι καλά. Θα ξανάρθει, ίσως. Δεν μπορώ να τον προσκαλέσω στη ζωή μου, μα δεν μπορώ και να τον ξαναδιώξω. Ας είναι. Κατά μια έννοια είμαστε μαζί. Πώς; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω τίποτα πια.
Μήπως είναι καλύτερα έτσι;
Μήπως;

Ναταλία, η χριστουγεννιάτικη
Για την μετάφραση από τα Αγγλικά, sofogreg


" Who can say where the road goes,
where the day flows, only time.
And who can say if your love grows,
as your heart chose, only time."

Enya, "Only time"


Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2007

Femme Natale (part I)



" Who can say where the road goes,
where the day flows, only time.
And who can say if your love grows,
as your heart chose, only time."

Enya, “ Only Time”


Γεννήθηκα στο Βορρά. Πριν σχεδόν 25 χρόνια. Γεννήθηκα μια φλόγα. Μια φλόγα που καίει αμείωτη. Μια φλόγα που πριν απ’ όλους απειλεί εμένα. Κι ύστερα, όλους τους άλλους.
Ναταλία το όνομά μου. Κατά μια εξήγηση, προέρχεται από το natal, δηλαδή "Χριστούγεννα". Ναταλία η χριστουγεννιάτικη. Ώρες ώρες νομίζω πως γεννήθηκα για να αγαπάω. Αγαπώ, θαρρώ, κάθε ζωντανό πλάσμα, τα δέντρα, τα φυτά, τ’ αγριολούλουδα, τα μικρά και τα μεγάλα ζώα, τα άγρια και τα ήμερα, ό,τι έχει μέσα του ζωντάνια. Αγαπώ τη ζωή. Αγαπώ κάθε ζωντανό πλάσμα, εκτός… Μου φαίνεται πως πια δεν μπορώ να αγαπήσω τους άντρες.
Εσθονία - Ρωσία
Δεν μπορώ να θυμηθώ καθαρά. Έχουν περάσει τόσα χρόνια! Πότε ξεκίνησε άραγε; Πρώτος πρέπει να ήταν ο πατέρας μου. Τόσο απρόσιτος, τόσο στενόμυαλος, τόσο απροετοίμαστος για μια κόρη σαν κι εμένα! Δεν μπόρεσε ποτέ να με καταλάβει. Με έβλεπε να μεγαλώνω, να γίνομαι γυναίκα – μια όμορφη γυναίκα- και πρέπει να τρόμαζε. Δεν ήξερε τι να περιμένει από εμένα. Έβλεπε την έλξη που ασκούσα στα αγόρια, αλλά και στους μεγαλύτερους άντρες. θα είχα το μυαλό να διαχειριστώ την έλξη αυτή; Ή θα μου κατέστρεφε την ζωή; Φοβόταν. Κι αντί να προσπαθήσει να με πλησιάσει, φώναζε αυτό που φοβόταν πως μπορεί να γινόμουν: πουτάνα. Έκανα παρέα με πολλά αγόρια, μα ο φόβος τον εμπόδιζε να δει πως ήμουν αγνή. Δεν υπήρξα ποτέ πρόστυχη στην επαφή μου με τα αγόρια, τουλάχιστον όχι τότε… Και όποτε μαλώναμε, επαναλαμβανόταν η γνωστή, η εύκολη φράση: πουτάνα!

Έτσι, ήταν ο πρώτος – σε μια μακριά σειρά αντρών που ακολούθησε- που με βίασε. Βίασε τον ψυχικό και συναισθηματικό μου κόσμο. Κι όπως συνήθως συμβαίνει, έσπειρε μέσα μου την αμφιβολία. Αμφιβολία για τον ίδιο μου τον εαυτό, για το είναι μου. Μήπως έβλεπε κάτι μέσα μου που εγώ δεν καταλάβαινα; Οι γονείς μέχρι την ωρίμανσή μας αντιπροσωπεύουν την αλήθεια για μας. Ο λόγος τους έχει βαρύτητα. Ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνεις, "γράφεται" στο υποσυνείδητό σου. Κάπως έτσι σημαδεύτηκα, όπως σημάδευαν τα βόδια με πυρακτωμένο σίδερο, από τον ίδιο τον πατέρα μου: πουτάνα.

Δεν άργησε ο καιρός να μου βιάσουν και το σώμα, πάλι άντρας φυσικά. Μικρό κορίτσι ακόμα, δεν είχα τελειώσει καν το σχολείο. Εκείνο το βράδυ. Πώς θα ήθελα να μην έχει υπάρξει! Γιατί σε εμένα; Γιατί τότε; Γιατί έτσι; Μήπως…, μήπως έφταιγα εγώ; Μήπως είχε δίκιο ο πατέρας μου τόσον καιρό; Μέσα μου ήξερα πως δεν είχα κάνει τίποτα διαφορετικό απ’ ότι κάνουν εκατομμύρια κορίτσια σε όλον τον κόσμο. Ήμουν όμορφη, ίσως και ποθητή και… απλώς γυρνούσα σπίτι μου! Πιο μέσα μου όμως, είχα την αμφιβολία που είχε τοποθετήσει ο πατέρας μου. Θυμάμαι το βλέμμα του όταν επέστρεψα στο σπίτι με τα ρούχα μου σκισμένα, πιο αργά απ’ ότι συνήθως εκείνο το βράδυ. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Βλέμμα απόρριψης, βλέμμα πόνου μα και βλέμμα επιβεβαίωσης. "Το ήξερα εγώ", σα να έλεγε. Βλέμμα που μου έσκισε την ψυχή και την καρδιά. Πόνεσα τόσο, που για λίγο ξέχασα τι μου είχε συμβεί στο δρόμο. Διπλά βιασμένη: στο σώμα και στην ψυχή. Τι πονάει περισσότερο; Ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, δεν μπορώ να αποφασίσω. Έχω προσπαθήσει πολύ να ξεχάσω τα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Να τα θάψω μέσα στα βάθη του μυαλού μου, να μην πονάνε τόσο. Εν πολλοίς, το έχω καταφέρει. Προσπαθώ να μην θυμάμαι, να μην σκέφτομαι. Ένα όμως θυμάμαι ξεκάθαρα. Ήταν το βράδυ που αποφάσισα πως δεν με αγαπά ο πατέρας μου. Ήταν το βράδυ που αποφάσισα- υποσυνείδητα θαρρώ- πώς θα τον εκδικηθώ: θα έβγαζα τον μεγαλύτερο φόβο του αλήθεια. θα γινόμουν αυτό που πάνω απ’ όλα δεν ήθελε: πουτάνα!

Αυτό που δεν υπολόγισα τότε ήταν πως έτσι θα κατέστρεφα και τον εαυτό μου, εν μέρει τουλάχιστον. Θα κατέστρεφα τη ζωή μου. Θα ζούσα άλλα από αυτά που ονειρευόμουν, άλλα από αυτά που ήθελα.
Έφυγα μετά από κάποιο καιρό από το σπίτι μου. Δεν άντεχα. Δεν άντεχα την ατμόσφαιρα, δεν άντεχα να με κοιτούν σαν να έφταιγα εγώ. Δεν άντεχα τη δημοσιότητα που πήρε η υπόθεση, την καταγγελία, το δικαστήριο, όλους τους ανθρώπους της περιοχής. Μα πιο πολύ δεν άντεχα που για τον πατέρα μου ήταν πια σαν να μην υπήρχα καθόλου. Η μάνα μου προσπαθούσε. Προσπαθούσε, μα δεν μπόρεσε να με προστατεύσει αποτελεσματικά. Ήταν αφόρητα και έτσι έφυγα για την Μόσχα. Χωρίς λεφτά, πήγα να ζήσω μόνη μου, να σπουδάσω. Και όπως ήταν αναπόφευκτο, βρέθηκα να συζώ με έναν άντρα. Μου πλήρωνε το σπίτι. Πλήρωνε για τις ανάγκες και τα έξοδά μου. Πλήρωνε για να με έχει γκόμενα. Με πλήρωνε. Ο τρίτος στη σειρά που με βίασε: βίασε την αξιοπρέπειά μου. Επιβεβαίωσε αυτό που φοβόμουν. Εδραίωσε μέσα μου τον φόβο πως ήμουν αυτό που έλεγε ο πατέρας μου. Ή τουλάχιστον άρχιζα πλέον να γίνομαι, κάτι σαν πουτάνα.

Ο πόλεμος που είχε ξεσπάσει μέσα μου όλο και φούντωνε. Από τη μια μεριά αυτό που ζούσα, αυτό που φοβόμουν, αυτό που οι άλλοι περίμεναν από εμένα να γίνω, μια πρόστυχη. Από την άλλη όμως, μέσα μου εξακολουθούσα να αισθάνομαι ένα μικρό κορίτσι. Πληγωμένο, παραστρατημένο, μπερδεμένο, ένα κορίτσι όμως! Δεν ήταν πολύς καιρός που ακόμα μπορούσα να ονειρεύομαι, που σκεφτόμουν τα αγόρια με αγνότητα, που τα είχα φτιάξει με τον πρώτο μου, που είχα κάνει για πρώτη φορά έρωτα. Άρχιζαν οι μνήμες αυτές να ξεθωριάζουν, μα ακόμα ήταν νωπές. Βασανιζόμουν. Ήταν τότε, νομίζω, που άρχισα να πίνω όλο και πιο πολύ. Βοηθούσε, έστω και πρόσκαιρα. Να περάσει ακόμα μια νύχτα. Να ξημερώσει ξανά. Μήπως με το πρώτο της μέρας φως άλλαζε κάτι. Σκεφτόμουν και δεν μπορούσα να αποφασίσω. Ήθελα να τα τινάξω όλα αυτά από τη ζωή μου, να ζω έτσι που θα ήμουν ευχαριστημένη από τον εαυτό μου. Όμως ήθελα να εκδικηθώ και τον πατέρα μου. Κι όχι μόνον αυτόν. Με τον καιρό, είχα φθάσει στο σημείο να θέλω να εκδικηθώ όλους τους άντρες. Στο μυαλό μου πλέον, άντρας ίσον βιασμός – κάθε μορφής. Ήθελα να εκδικηθώ όποιον άντρα έβρισκα, σε όποιον άντρα άρεσα. Και ήταν τόσοι πολλοί αυτοί… Ήταν και το άλλο: μαθαίνεις να ζεις με λεφτά που σου δίνουν οι άλλοι, πολλά και "εύκολα" λεφτά και συνηθίζεις. Αυξάνεις τις ανάγκες σου και τις απαιτήσεις από τη ζωή σου και είναι δύσκολο να τα αφήσεις όλα αυτά και να ζήσεις τη μιζέρια. Μοναδικό αντίβαρο στις ανέσεις, μοναδικό στήριγμα για να αλλάξεις ζωή, η αγάπη. Πώς όμως ν’ αγαπήσω; Ποιόν; Φοβόμουν μην πληγωθώ ξανά. Και έτσι συνέχιζα…

Ελλάδα

Τότε ήταν που με αφορμή τις δυσκολίες της αδελφής μου, αποφάσισα να φύγω για την Ελλάδα. Να δουλέψω σε στριπτιζάδικο, όπως και αυτή. Αφού είχα εκ των πραγμάτων αποφασίσει να τα "τρώω" από τους άντρες, ας το έκανα σε μια χώρα που τα λεφτά ήταν περισσότερα από τη Ρωσία. Θα ήμουν ξένη, θα με ενοχλούσε λιγότερο η κατάσταση. Θα ήταν καλύτερα. Θα ζούσα μόνη μου, δεν θα είχα κάποιον να ζει μέσα στο σπίτι μου και να πληρώνει για μένα. Θα έβγαζα λεφτά από το μαγαζί. Και δεν θα χρειαζόταν να πηδιέμαι! Απλώς να χαϊδεύομαι, να χορεύω, να δείχνω το κορμί μου και να λέω ψέματα. Να παραμυθιάζω τους άντρες, δεν με ενοχλούσε καθόλου. Αν ήταν τόσο μαλάκες που τα πίστευαν, καλά να πάθουν. Έτσι κι αλλιώς, δεν με ενδιέφερε τι θα προκαλούσα στους άντρες. Υπήρχαν άλλωστε φορές που ήθελα να τους προκαλέσω πόνο. Απολάμβανα να τους βασανίζω. Να με θέλουν και να μην μ’ έχουν. Ή να μ’ έχουν με τον τρόπο που εγώ επέλεγα. Ήμουν ο κυρίαρχος στις σχέσεις και τις επαφές μου με τους άντρες. Έτσι τουλάχιστον νόμιζα.



Και έτσι ξεκίνησε η "καριέρα" μου στα strip-show της Αθήνας. Στην αρχή, ξεχνιόμουνα πιο εύκολα. Κάτι η προσαρμογή μου σε μια ξένη χώρα, κάτι τα προβλήματα που αντιμετώπιζα με τα χαρτιά μου, κάτι η νέα μου δουλειά, λίγο ο τυπικός γάμος μου για την άδεια παραμονής, με απορρόφησαν από τα δικά μου εσωτερικά προβλήματα. Δεν κράτησε πολύ όμως…Μέσα μου αντιδρούσα, δεν μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου πως αυτό ήθελα να κάνω. Και συνέχιζα να πίνω. Χωρίς ποτό, υπήρχαν βραδιές, όλο και συχνότερα, που δεν άντεχα τη δουλειά μου. Δεν άντεχα τα χέρια των ξένων πάνω μου. Δεν άντεχα τις λέξεις τους στο μυαλό μου. Δεν μπορούσα να το νοιώθω άλλο πια. Ήταν κάτι σαν κατάρα. Συνέχιζαν να με βιάζουν. Τώρα πια βίαζαν το μυαλό, τη μνήμη, την όρεξή μου για ζωή. Μια ευλογία, που φρόντισα – αν και όχι μόνη μου εντελώς – να την μετατρέψω σε κατάρα: άρεσα στους άντρες. Κάτι που οι περισσότερες κοπέλες θα παρακαλούσαν να συμβαίνει στη ζωή τους. Κάτι που στην αρχή απολάμβανα. Τώρα όμως, όλο και περισσότερο με έκανε να υποφέρω. Όσο πιο πολύ τους άρεσα, τόσο πιο πολύ με ενοχλούσαν. Άναβα τα πάθη στους άντρες, και κάθε φορά, ό,τι κι αν σκαρφιζόμουν, η κατάσταση έφευγε απ’ τον έλεγχό μου. Υπήρξαν εποχές που πάχυνα, ασχήμυνα, σιχαινόμουν τον εαυτό μου, προσπαθούσα φαίνεται να μην τους αρέσω πια. Όμως, τίποτα. Χοντρή ή όχι, μεθυσμένη ή νηφάλια, ψεύτικη ή αληθινή, ήμουν πάντα η φλόγα που γεννήθηκα. Μια μοιραία φλόγα, ίσως μια μοιραία γυναίκα. Μοιραία για τους άλλους, μα δυστυχώς και για τον εαυτό μου. Και το πιο άσχημο ήταν πως για κανέναν τους δεν ένοιωθα κάτι…

Ώσπου δεν άντεξα φαίνεται. Και ερωτεύτηκα. Έναν πιτσιρικά Έλληνα. Ήθελα να θυμηθώ πώς ήταν να θέλεις κάποιον. Σιγά σιγά τον αγάπησα. Μείναμε μαζί. Ήταν η πρώτη μου σχέση από τότε που η ζωή μου είχε πάρει τον δρόμο της απώλειας. Και τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Ποτέ δεν θα ήταν όπως πριν. Δεν μπορούσα να έχω μια φυσιολογική σχέση. Πώς θα ήταν δυνατό άλλωστε, από τη στιγμή που δε ζούσα μια φυσιολογική ζωή;
Είχε πρόβλημα με τη δουλειά μου. Ζήλευε. Θύμωνε. Υπήρξαν φορές που με χτυπούσε πάνω στα νεύρα του. Προσπάθησα να σταματήσω τη δουλειά, μα δεν είχαμε να φάμε. Ούτε αυτός είχε λεφτά. Αδιέξοδο. Ένα ακόμα, για άλλη μια φορά στη ζωή μου. Με τρόμο συνειδητοποίησα, πως ο δρόμος που είχα διαλέξει ήταν μονόδρομος! Πώς κατέληξα έτσι; Μόλις στα εικοσιτέσσερά μου και αισθανόμουν γριά. Αισθανόμουν απελπισμένη. Έπρεπε να σβήσω από το μυαλό μου τα όνειρα που έκανα μικρή. Προσπάθησα, μα δεν έβρισκα τον τρόπο. Μέσα μου δεν μπορούσα να το αποδεχθώ. Η πάλη στο εσωτερικό συνέχιζε αμείωτη. Και το ποτό. Άρχισα να γίνομαι αλκοολική. Ακόμα ένα βήμα προς την καταστροφή. Μια γυναίκα βιασμένη κατ’ επανάληψη, στριπτιζού και αλκοολική! Και είχα το θράσος να κάνω ακόμα όνειρα, έστω και βουβά.


Έβλεπα την αδελφή μου. Αυτή τα "κατάφερνε" καλύτερα. Δεν πάλευε τόσο μέσα της. Είχε δεσμό με ένα "γουρούνι", της δουλειάς κι αυτός. Είχε λεφτά και δεν τον πείραζε η δουλειά της αδελφής μου – στριπτιζού κι αυτή. Είχε συμβιβαστεί με τη ζωή της, με το ποια ήταν, και πορευόταν ανάλογα, ίσως και να το προτιμούσε. Αυτό με συμβούλευε κι εμένα: να βρω κάποιον πλούσιο να ζω μαζί του και ίσως να σταματούσα τη δουλειά. Μα δεν καταλάβαινε! Αν το έκανα αυτό, θα σκότωνα και την τελευταία μου ελπίδα να αλλάξω ζωή. Θα παραδεχόμουν πως ήμουν αυτό που πάντα με αποκαλούσε ο πατέρας μου: πουτάνα. Απλώς, θα ήμουν η πουτάνα ενός και όχι πολλών. Αυτές ήταν οι επιλογές μου; Των πολλών ή του ενός, μα πουτάνα όπως και να ‘χει; Πόσες φορές έχω κλάψει! Λένε πως τα δάκρυα, ξεπλένουν την ψυχή από τη βρωμιά. Μα τότε, πρέπει να έχω πολλά να ξεπλύνω…


Χώρισα από το αγόρι μου. Αποφάσισα να πορευτώ μόνη μου. Άρχισα να κάνω Αγγλικά. Θα ξεκινούσα να σπουδάσω. Έβαλα όλες τις δυνάμεις μου, μπας και αλλάξω ζωή. Άρχισα ξανά να κάνω όνειρα. Φοβόμουν βέβαια, μα προσπαθούσα. Δουλειά και διάβασμα. Στριπτίζ και μαθήματα. Μόνο μου στήριγμα, η δασκάλα των αγγλικών. Με συμβούλευε, μου έδινε δύναμη, με όπλιζε με κουράγιο τις στιγμές που μου φαίνονταν όλα μάταια. Τότε ήταν που τα έφτιαξα με τον Δέλτα. Ελληνο-Ουκρανός, παντρεμένος με παιδί. Με ήθελε πολύ. Ήθελα έναν σύντροφο, ήθελα και σεξ- νέα κοπέλα ήμουν. Πιο ισορροπημένη σχέση: δυο ζωές αυτός (οικογένεια και σπίτι μαζί μου), δυο ζωές κι εγώ ( στριπτιζάδικο και σπίτι). Λιγότερη αγάπη, λιγότερος έρωτας, λιγότεροι καβγάδες. Ούτε αυτός είχε λεφτά, μα δεν με ένοιαζε. Αυτό ήταν το άλλοθί μου: δεν ήμουν με κάποιον για τα λεφτά του, μπορεί να μην ήμουν και τελείως πουτάνα… Έτσι ήταν στην αρχή τουλάχιστον. Γιατί μετά… Δεν ξέρω πώς άλλαξαν τα πράγματα, μα άρχισα να του δίνω εγώ λεφτά. Όλο και περισσότερα. Με ήθελε πολύ ή… Ή μήπως δεν ήταν κι έτσι; Δεν ξέρω πια. Είναι όλα τόσο μπερδεμένα! Η δασκάλα μου δεν συμφωνούσε με την επιλογή μου, ήθελε να χωρίσω. Ήθελε να είμαι με κάποιον μόνο αν τον ήθελα πραγματικά, μια κανονική σχέση. Πού να καταλάβει κι αυτή…


Έτσι, η ζωή μου κάπως ηρέμησε, πήρε μια πορεία. Περίμενα να δώσω εξετάσεις τον Σεπτέμβριο. Δούλευα, διάβαζα και ζούσα με το Δέλτα. Μάλλον όχι! Δεν ζούσα μόνο με το Δέλτα. Είχα και τις δυο πραγματικές αγάπες μου: το κουνάβι και τη σκυλίτσα μου! Αυτή ήταν η ζωή μου στο διαμέρισμα στην Καλλιθέα, ούτε ένα χιλιόμετρο μακριά από το στριπτιζάδικο, λες κι έπρεπε να είμαι κοντά στο μαγαζί, για να μην το ξεχνάω, να μην ξεχνάω τι ήμουν και τι έκανα!





( to be continued)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 10, 2007

testimonial



Λοιπόν, από τότε που άρχισα να πηγαίνω στα στριπτιζάδικα, άλλαξαν αρκετά οι απόψεις μου σε κάποια θέματα. Αυτό που με εξέπληξε όμως περισσότερο, ήταν η στάση των γυναικών – κυρίως του ηλικιακού target group 26 με 32 – απέναντι στις στριπτιζούδες. Προσέξτε, όχι απέναντι στα στριπτιζάδικα ως μορφή διασκέδασης, αλλά απέναντι στις κοπέλες που δουλεύουν εκεί.
Στην αρχή, όταν πρωτοσυνέβη, το θεώρησα τυχαίο. Ήμουν σε μια παρέα και όταν ήρθε η κουβέντα στα κορίτσια αυτά, επικράτησε πολεμικό κλίμα κι από τις τρεις παριστάμενες "κυρίες". Ξέρετε, του τύπου " Δεν καταλαβαίνω πώς κάνετε έτσι" ή " Ήθελα νάξερα τι τους βρίσκετε" ή " Μα καλά, για πουτάνες θα μιλάμε τώρα". Τέτοια πράγματα. Όταν όμως έζησα το ίδιο σκηνικό και σε άλλη παρέα, άρχισα να αναρωτιέμαι. Και για να αυξήσω το στατιστικό μου δείγμα, ώστε να είναι αξιόπιστο το αποτέλεσμα, σε όποια παρέα κι αν βρισκόμουν έντεχνα ή μη έθετα προς συζήτηση το συγκεκριμένο θέμα.
Αντίδραση; Πάντα η ίδια. Μερικές φορές περιβεβλημένη με δήθεν τρυφερότητα, άλλες φορές με κατανόηση ή με συμπόνια. Στο βάθος όμως κήπος, τουτέστιν, αντιπαράθεση και πολεμική! Και όπως σε κάθε υφέρποντα ρατσισμό που σέβεται τον εαυτό του, πάντα υπήρχαν ιδεολογήματα και εκλογικεύσεις για αιτιολόγηση της πολεμικής. Και γεννιέται το ερώτημα:
Σε τι αισθάνεται καλύτερη μια μέση ελληνίδα τριαντάρα από μια ρωσίδα στριπτιζού;
Προφανώς, κριτής, θα πρέπει να είναι οι άντρες, αφού εξ’ ονόματός των πραγματοποιείται η μάχη. Αναλαμβάνω λοιπόν να πραγματοποιήσω την σύγκριση, κι αν δεν απηχώ τον ανδρικό πληθυσμό, παρακαλώ ας με διορθώσει.
Σημείωση: Η βαθμολόγηση είναι με άριστα το 10.
1.Εμφάνιση
Σε γενικές γραμμές, η εξωτερική εμφάνιση των ελληνίδων έχει βελτιωθεί. Όμως σ’ εκείνες τις χώρες, έχουν βρει το καλούπι και τις φτιάχνουν σωρηδόν μουνάρες! Εξ’ άλλου δεν θα μπορούσαν αλλιώς να δουλεύουν σε τέτοια δουλειά.
Ελληνίδες 6 – Στριπτιζούδες 8


2. Επίπεδο γνώσεων – Παιδεία
Μιλώντας για τον μέσο όρο, τα πράγματα είναι μάλλον ισόπαλα. Και άσχετες ελληνίδες έχω συναντήσει και βλαχούλες ρωσίδες. Από την άλλη υπάρχουν και εκπρόσωποι με αξιοσημείωτη παιδεία κι από τις δυο μεριές.
Ελληνίδες 7 – Στριπτιζούδες 7


3. Επίδοση στο σεξ
Δύσκολα τα πράγματα. Πρόκειται για κάτι τελείως προσωπικό. Εξαρτάται δε και από τον παρτενέρ. Έχω μείνει ικανοποιημένος κι από τις δύο κατηγορίες. Ισοπαλία κι εδώ!
Ελληνίδες 8 – Στριπτιζούδες 8


4. Περιποίηση του άντρα( γυναίκα - γκέισα)
Αυτά! Τι άλλα νέα; Τα παιδιά καλά; Πώς πάει η δουλειά;;
Κοιτάξτε μάγκες: αν δεν έχετε πάει σε σπίτι ρωσιδούλας, να μείνετε τουλάχιστον ένα διήμερο, ΟΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΩ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΟ!
Ελληνίδες 5– Στριπτιζούδες 10


5. Κέρατο – πίστη στο σύντροφο
Λοιπόν, αντίθετα απ’ ότι ίσως νομίζατε οι περισσότεροι, τα ξένα κορίτσια είναι ΕΞΟΡΓΙΣΤΙΚΑ πιστά! Όταν έχουν γκόμενο ή άντρα, αντιστέκονται (ενώ γουστάρουν αυτόν που τους κολλάει) όσο δεν έχω δει ποτέ ελληνίδα να το κάνει! Επίσης, έχουν χορτάσει από φλερτ, έχουν βαρεθεί να τους κολλάνε, έχουν απομυθοποιήσει τους ξαφνικούς έρωτες, ξέρουν πως είναι ωραίες και δεν ψάχνουν επιβεβαίωση. Με λίγα λόγια, πολύ δύσκολα σε κερατώνουν.
Ελληνίδες 6 – Στριπτιζούδες 8


6. Ειλικρίνεια
Εδώ κι αν χάνουν το παιχνίδι μαρς οι ελληνίδες. Σπανίως θα σου πει ψέματα το ρωσιδάκι (ή ουκρανάκι ή λιθουανάκι). Έχουν μάθει να τα λένε όλα στη μούρη, καλά και κακά. Ακόμα και στη δουλειά τους, αληθινές είναι: ξέρεις από την αρχή τι ακριβώς θέλουν από σένα. Μάλιστα, το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχουν με τους έλληνες γκόμενους είναι ακριβώς αυτό. Τα πολλά και εύκολα ψέματα που λέμε.
Ελληνίδες 5– Στριπτιζούδες 10


7. Ντύσιμο - αισθητική
Ε, ας χάσουν και μια κατηγορία οι ξένες, γιατί στο τέλος θα με πουν και μεροληπτικό. Οι ελληνίδες έχουν σαφώς καλύτερο γούστο σε όλα τα πράγματα. Το τι θα δεις να φοράνε οι ανατολικές, δεν περιγράφεται! Να προσθέσω όμως πως όταν μια ρωσίδα συνοδεύεται από τον άντρα ή το γκόμενό της, αποκλείεται να ντυθεί σαν ξέκωλο, θα είναι σεμνή.
Ελληνίδες 8 – Στριπτιζούδες 5


8. Σεξ απήλ – ερωτισμός – κάβλα
"Πο-τέ θα κά, πο-τέ θα κά-α-νει ξα-στε-ριά…" Αυτά και άλλα τέτοια τραγούδια.

Τώρα, γονίδια είναι, επαγγελματισμός και εμπειρία είναι, ο Θεός κι η ψυχή τους.
Ελληνίδες 6 – Στριπτιζούδες 10


9. Ήθος
Δύσκολος ο ορισμός της έννοιας. Δύσκολη και η παραμετροποίηση και η βαθμολόγηση. Αν πάντως με τον όρο αυτό εννοούμε αυτά που συνέβαιναν παλιότερα, αν συνυπολογίσουμε την ειλικρίνεια και την πίστη της γυναίκας προς τον άντρα, αν θεωρήσουμε πως στους καιρούς μας θεωρείται κάπως παλιομοδίτικη ακόμα και η αναφορά του όρου, τότε μάλλον κερδίζουν τα ξένα τα κορίτσια.
Ελληνίδες 6 – Στριπτιζούδες 7


10. Συμπεριφορά προς τον σύντροφο έξω από το σπίτι
Αν δεις μια ρωσίδα με τον άντρα της έξω, θα πιστέψεις πως δεν υπάρχει πιο ερωτευμένη γυναίκα. Τον σέβεται, τον υπακούει, λέει λίγα, κάνει ό,τι θέλει αυτός, τον κοιτάει στα μάτια. Πώς ήταν η γιαγιά με τον παππού μας; Ακριβώς έτσι. Τονώνει τον ανδρισμό του, γιατί ξέρει πως έτσι ωφελείται κι αυτή. Τι είπατε κυρίες μου; Νομίζατε πως αυτά τα είχαμε ξεπεράσει; Μπα, απλώς νομίσατε. Κάθε άντρας θέλει έτσι τη γυναίκα του. Όχι υποχείριο του, μα ούτε και αναβάτη πάνω στην πλάτη του με μαστίγιο! Κι αν ακόμα του έχει πάρει τον αέρα, ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΑΥΤΟ ΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ !
Ελληνίδες 6 – Στριπτιζούδες 10

Συνολικό σκορ: Ελληνίδες 63 Στριπτιζούδες 83
Αυτό δεν είναι ήττα, αυτό είναι συντριβή! Και τώρα που το κατέγραψα, τώρα που το είδα ξεκάθαρα, τώρα κατάλαβα γιατί τόσο μένος και αντιπάθεια. Από φόβο. Από αίσθηση απειλής. Άλλα προσφέρουν οι ελληνίδες και ξέρουν πολύ καλά πως άλλα θέλουν οι έλληνες. Και ήρθαν κάποιες μες στα πόδια τους και δείχνουν το αλλιώτικο, το παλιομοδίτικο ίσως, μα αυτό που είναι πιο κοντά στα αρχέτυπα.
Και να σας πω και κάτι ακόμα κυρίες μου; Ο ίδιος άντρας, πιο άντρας θα φαίνεται όταν έχει δίπλα του τη ρωσίδα, πιο μάγκας θα αισθάνεται, πιο πολύ σεξ θα της κάνει.


Αυτά.