
Τετάρτη, Αυγούστου 29, 2007
Σκηνές του Νότου (part 2)

Τρίτη, Ιουλίου 31, 2007
Σκηνές του Νότου (part 1)

Δευτέρα, Μαΐου 14, 2007
Ο άρχων της γλυφάδας
Ο Πέτρος ανήκε στην κατηγορία εκείνη των αγοριών που είχε σαν όνειρο να κάνει μια οικογένεια, διαφορετική από τη δική του: με μια γυναίκα που να την αγαπάει, να την φροντίζει, να μην τη βρίζει ή να την χτυπάει, να κάνει πολλά παιδιά και να δώσει όλη του τη ζωή να τους έχει ευτυχισμένους. Από τα δεκαέξι του, έκανε μόνο σταθερούς και μακροχρόνιους δεσμούς - στα εικοσιδύο ήθελε να παντρευτεί την κοπέλα με την οποία τότε ήταν μαζί. Πριν κλείσει τα τριάντα είχε ήδη τρεις αποτυχημένους αρραβώνες στην πλάτη του.
Ακούω ήδη τις γυναίκες που διαβάζουν το ποστ να μιλούν για την ανευθυνότητα ή την ανωριμότητά του. Μπορεί να είναι κι έτσι. Ήταν όμως ο διακαής πόθος του - μια οικογένεια. Και οι τρεις τις οποίες αρραβωνιάστηκε του φέρθηκαν άσχημα: η μια του είπε μετά από χρόνια δεσμού πως οι γονείς της δεν θεωρούν σωστό να παντρευτεί κάποιον που δουλεύει σε φάμπρικα, η άλλη πως δεν τον θέλει πια γιατί της έκανε πάντα όλα τα χατήρια και βαρέθηκε, η τρίτη γαμιόταν ασυστόλως με όποιον έβρισκε όσο αυτός δούλευε σε δυο δουλειές.
Μετά την τρίτη φορά, ο Πέτρος τρελάθηκε. Πέρασε τρία βράδυα κλεισμένος στο δωμάτιό του, αυτός και ο καθρέφτης του, ένας καθρέφτης γεμάτος ροχάλες. Και πήρε την απόφασή του:
" Να πάνε να γαμηθούν όλες οι καριόλες. Από δω και στο εξής θα τις γλύφω, θα τις γαμάω και θα την κάνω. Ποτέ ξανά έρωτας, αγωνίες, προσφορά σε καμία καριόλα".
Και άρχισε να μεταλλάσεται. Σιγά -σιγά στην αρχή, με γοργό ρυθμό στη συνέχεια. Ίσως γι' αυτό ο αγαπημένος του ήρωας comics είναι ο Spiderman.
Και έγινε κάτι μεταξύ του Punisher και πρωταγωνιστή τσόντας. Μελαχροινός, γύρω στο 1.80, σώμα καλό και αθλητικό (στα νειάτα του ποδοσφαιριστής και μετά kick-boxer) το οποίο με ευλάβεια φροντίζει, κίνηση χαριτωμένη και ταυτόχρονα αντρική. Προδιαγραφές ζιγκολό και ψυχοσύνθεση επίσης - με σημαντική τη συνεισφορά των τριών "κυριών".Τον γνώρισα λίγο μετά την πλήρη μετάλλαξή του. Έμεινα άφωνος από την εκπληκτική ικανότητά του να "ρίχνει" όποια γκόμενα βρισκόταν στο δρόμο του. Την κοίταζε μερικά δευτερόλεπτα και στις περισσότερες περιπτώσεις μουρμούριζε "-Την έχω εύκολα". Και 99% είχε δίκιο. Μότο του ήταν πάντα η φράση: "Μωρό μου, να σου κάνω μια γλυφάδα θέλω, όχι να σε γαμήσω, να σε γευτώ μονάχα".
Ώσπου να βεβαιωθώ πως ήταν το μεγαλύτερο φυσικό ταλέντο στο καμάκι που είχα γνωρίσει, πλήρωσα καμιά πεντακοσαριά ευρώ σε στοιχήματα. Αποκορύφωμα ήταν ένα σούρουπο στην πλατεία Κολωνακίου. Είχε πάει η παρέα για καφέ. Καθόμασταν σε κεντρικό καφέ της περιοχής και η κουβέντα ήρθε στην ικανότητα του Πέτρου. Ψιλοαστεία - ψιλοσοβαρά τον αμφισβήτησα για άλλη μια φορά. Η αντίδρασή του στερεότυπη:" - Δείξε μου το στόχο και βάλε τα λεφτά στο τραπέζι. Αν έχεις άντερα."
Αποφάσισα να χοντρύνω το παιχνίδι - αυτό ήταν για τον Πέτρο, ένα παιχνίδι. Κοίταξα γύρω και εντόπισα το στόχο. Σε ένα τραπέζι λίγο πιο μακρυά μας, κάθονταν δύο κοπέλες (τόσο όμορφες και περιποιημένες, με τόσο τουπέ που μου φάνηκαν μανεκέν) συνοδευόμενες από δύο άντρες. Δύσκολος ο στόχος, πολύ δύσκολος αν και μάλλον δεν ήταν γκόμενοι οι λεβέντες - όταν κάθονται οι δύο κοπέλες στην ίδια πλευρά και απέναντί τους οι άλλοι, συνήθως δεν είναι ζευγάρια.
" - Την ξανθειά σ' εκείνο το τραπέζι" δείχνω με τρόπο.
" - Μμμμ, θα δυσκολευτώ κάπως" απαντά καθώς διερευνεί το στόχο. " 200 ευρώ το bet".
Δέχομαι και ξεκινά. Σηκώνεται από το τραπέζι και με κυκλοτικές κινήσεις πλησιάζει το στόχο, σαν πάνθηρας την αντιλόπη. Το τραπέζι είναι τόσο μακρυά που δεν έχουμε ηχητική επαφή, μόνο οπτική. Φθάνει την ξανθειά και σκύβοντας αρχίζει να της μιλάει. Οι υπόλοιποι από την παρέα της παρακολουθούν αμήχανα. Μετά από συνομιλία δύο-τριών λεπτών, κάθεται στο χερούλι της καρέκλας της ενώ ταυτόχρονα βάζει το χέρι του απαλά γύρω από τους ώμους της. Συνεχίζει να μιλάει για περίπου δέκα λεπτά. Οι υπόλοιποι τον αγνοούν πλέον - ή έτσι δείχνουν - και συζητούν μεταξύ τους. Κάποια στιγμή ο Πέτρος σηκώνεται και τείνοντας το χέρι του σηκώνει και την ξανθειά. Την αγκαλιάζει - απαλά πάντα - από τους ώμους και αφού χαιρετάει την παρέα της (!) την παίρνει και φεύγουν.
Είκοσι λεπτά αργότερα, δέχομαι ένα sms στο κινητό: "Έχει πάει στο μπάνιο να πλυθεί. Της έκανα ήδη μια γλυφάδα και θα τη γαμήσω. Ξενοδοχείο Πρίαμος, δωμάτιο χχχ".
Αυτό ήταν! Έχασα τα τελευταία μου 200 ευρώ - τελευταία γιατί δεν ξανατόλμησα να βάλω στοίχημα - και πλέον είμαι σίγουρος: αν τον αφήσω τον Πέτρο, ίσα που θα γαμήσει κι εμένα!
Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007
Μίσος

Κάθε που με κοιτάει, έρχεται και πιο κοντά μου.
Όταν δεν έρχεται στο μαγαζί, τρελαίνομαι. Μου λείπει.
Όταν έρχεται στο μαγαζί, τρελαίνομαι. Δεν θέλω να είναι αυτός ο κόσμος μου.
Κι αν είναι, δεν θέλω να βρίσκεται εκεί κι αυτός.
Τον μισώ.
Όσο κι αν προσπάθησα να μην τον θέλω, τίποτα δεν πέτυχα.
Όσο κι αν προσπάθησα να βρεθώ μαζί του, ποτέ δεν το τόλμησα.
Τον μισώ.
Περνάει ο χρόνος και η ήττα μου είναι πια ολοφάνερη.
Ο φόβος μου πανηγυρίζει.
Η ηρεμία, ουτοπία. Πουθενά πια κάλμα, όταν τον σκέφτομαι.
Τον μισώ.
Όσο με θέλει, τόσο πιο μακριά του αισθάνομαι.
Όσο με καταλαβαίνει, τόσο πιο ανάξιά του είμαι;
Όσο, λες και δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο, εισχωρεί στο μυαλό και στην ψυχή μου.
Λες και δεν είναι πανύψηλος ο τοίχος που τόσα χρόνια έχτιζα.
Μα δεν τον βλέπει;
Να πεις πως δεν αντιστάθηκα; Όσο ποτέ.
Να πεις πως δεν το πήρα εκατό και άλλες εκατό φορές απόφαση;
Τον μισώ.
Με κάνει επίορκη, με τέτοια ευκολία που με τρομάζει.
Δεν μπορώ πια να ξαπλώσω στο κρεβάτι, γυναίκα του άντρα μου.
Κι αυτός σπανίως επιμένει. Ο άντρας μου συνέχεια.
Τον μισώ.
Με θέλει τόσο πολύ, που δεν τον νοιάζει να μην μ’ έχει.
Τον θέλω τόσο πολύ, που δεν τον νοιάζει να μην μ’ έχει.
Τον θέλω τόσο πολύ.
Τον θέλω.
Τον αγαπώ.
Με μισώ.
Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007
Πόσες;

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2007
Όνειρο;
(Σημείωση για τους αναγνώστες: αν δεν το έχετε ήδη βάλει, βάλτε το να παίξει τώρα.)Όλη την ώρα κουνάω τα χέρια μου, σαν να απαγγέλλω τους στίχους. Τα τεντώνω και τα μαζεύω, δείχνω το νόημα των στίχων όπως κάνουν οι σκυλάδες.
Τρίτη, Φεβρουαρίου 13, 2007
Forget it!
Είδα τον πίνακα προσφάτως, κρεμασμένο σ' ένα τοίχο. Για πρώτη φορά πρόσεξα τι λέει ο άντρας. Για πρώτη φορά παρατήρησα το ύφος του: μείγμα θλίψης και απόγνωσης. Σε δεύτερο πλάνο, η γκόμενα με ύφος απορημένο. Η απόσταση μεταξύ τους χαώδης. Όπως και στην πραγματικότητα.Ήθελα να γράψω κάτι για τις ελεύθερες γυναίκες γύρω στα τριάντα. Δεν μου βγαίνει. Προσπάθησα πέντε-έξι φορές, τα έσβησα όλα. Λίγο η θλίψη που μου προκαλούν, λίγο η τσαντίλα, λίγο κάποιες εξαιρέσεις - που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Γυναίκα ετών τριάντα. Που οι γύρω της την αποκαλούν κορίτσι κι αυτή αισθάνεται τους ώμους της βαρείς.
Που ψάχνει τον άντρα με τον οποίο θα μοιραστεί τη ζωή της και όλο της ξεγλυστρά. Γυναίκα που έχει πλέον άποψη για τα πράγματα και που νομίζει πως πρέπει να μας την τρίβει στα μούτρα με την πρώτη ευκαιρία. Γυναίκα που έχει οικονομική άνεση ή τουλάχιστον σχετική ανεξαρτησία. Με ήδη κάποιο παρελθόν στο επάγγελμά της και με σχέδια καριέρας για το μέλλον.
Για όλα αυτά φυσικά, έχει πληρώσει το αντίτιμο - και εξακολουθεί να το πληρώνει: είναι ή αισθάνεται πως είναι μόνη. Έχει στην πλάτη της κανά δυό αποτυχημένους δεσμούς, έχει καιρό να αγαπηθεί, αν της συνέβη ποτέ. Της λείπει το σεξ: ή δεν έχει χρόνο ή δεν έχει σύντροφο ή δεν έχει κέφι ή όλα αυτά μαζί. Νομίζει πως το πρόβλημα είναι πως δεν υπάρχουν άντρες πια. Και ποτέ δεν αναρωτήθηκε πόσο υπεύθυνη είναι γι' αυτό. Πώς να υπάρξουν άντρες, όταν δεν υπάρχει γυναίκα να τους εμπνεύσει; Πώς να φανείς ιππότης, όταν η άλλη μετά το πρώτο "κρεβάτι" αρχίζει να θέτει τους όρους της; Πώς να είσαι αρσενικό, όταν ενώ ακόμα δεν έχεις καταλάβει καλά καλά αν τη γουστάρεις, αρχίζει να σου λέει τι ΔΕΝ γουστάρει αυτή;
Είναι ανασφαλής και φοβισμένη. Καθόλου κακό, πραγματικά καθόλου παράξενο και κακό. Όταν όμως η ανασφάλεια αυτή εκδηλώνεται με επιθετικότητα, υπάρχει θέμα. Πώς να θελήσεις να προστατεύσεις μια γυναίκα που σε κριτικάρει συνεχώς; Που στην πέφτει με την πρώτη ευκαιρία; Που μπρος σου είναι μέσα στην άνεση και την ανεξαρτησία και μετά στο σπίτι της κλαίει επειδή την πλήγωσες;
Θες να κάνεις τη φωλιά και να βάλεις τα παιδιά σου μέσα, κυρία μου; Άσε τον άντρα να στην φτιάξει. Όχι να θες να την φτιάξεις μόνη σου, ακριβώς όπως εσύ θέλεις και μετά να τον βάλεις μέσα, με ρόλο διακοσμητικό - απλό δότη σπερματοζωαρίων! Δεν φταίει ο άλλος που έχεις εσύ άγχος παντρειάς. Δεν φταίει που αισθάνεσαι το τρένο να περνάει, που σε έχει στην πρέσα η μάνα σου να κάνεις εγγονάκια. Κι όταν γνωρίζεις κάποιον και αρχίζεις το παιχνίδι της επιβολής και της εξουσίας (συνειδητά ή όχι, μικρή είναι η διαφορά) ένα πράγμα να έχεις καλά στο μυαλό σου: αν αυτός ο απέναντι είναι ένας άντρας πραγματικός, σαν κι αυτούς που ισχυρίζεσαι πως θέλεις, ε τότε μάλλον ΔΕΝ ΣΕ ΠΑΙΡΝΕΙ. Ή θα το χάσεις το παιχνίδι της επιβολής - αφού το παίζεις με αντρικούς όρους - ή θα πάει για τσιγάρα και θα τον ξαναδείς σε καμιά εικοσαριά χρόνια τυχαία σε κάποιον κινηματογράφο.
Αποφάσισαν οι γυναίκες να το "παίξουν" άντρες. Κι έτσι παίζουν το παιχνίδι στο γήπεδο του άλλου, με τους κανόνες του. Κι έτσι είναι χαμένες οι κυρίες σε κάθε περίπτωση: αν ο άλλος είναι άντρας, δεν μπορούν να κερδίσουν, μπορούν μόνο να του σπάσουν τ' αρχίδια και να σηκωθεί να φύγει. Αν όμως κερδίσουν, τότε ο άλλος δεν είναι ο άντρας που ήθελαν. Η τακτική αυτή που θα τις οδηγήσει; Ή θα μείνουν μόνες τους ή θα παντρευτούν κανένα λούλη που δεν θα τον θέλουν μετά από 6 μήνες το πολύ.
Κι έτσι καταλήγει ο άντρας να έχει το ύφος του πίνακα. Και έτσι λέει στην ξανθειά "I 'm fed up with your kind", ή μήπως απλώς μονολογεί; Και τον κοιτάζει με απορία η ξανθειά.Δεν καταλαβαίνει. Ας προσπαθήσει. Κι αν τα καταφέρει γρήγορα, μπορεί να προλάβει το τρένο στον επόμενο σταθμό. Κι αν δεν τα καταφέρει, μακριά από μας, ας ασχοληθεί με την καριέρα της που είναι εξάλλου ο πρωταρχικός της στόχος.
Και της εύχομαι, τον ήρωα που αναζητά να μην τον βρει. Γιατί αν τον πετύχει κάπου ΘΑ ΤΟΥ ΓΑΜΗΣΕΙ ΤΑ ΡΑΜΑΤΑ!!
Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2007
Destiny

" - You’ re fucking right", μου είχε πει. Όταν μίλαγε αγγλικά ήταν πολύ πειραγμένη – και πολύ πιωμένη. Βούτηξε ένα ποτήρι και προσπάθησε να το πετάξει στην πίστα. Της έπιασα με δύναμη το χέρι, την πόνεσα. Με όλα. " - Φύγε, μην χαλάς άλλο τη ζωή σου" της είπα. " - Φεύγω, να μην σου χαλάσω το βράδυ" αντιγύρισε δακρυσμένη. Σηκώθηκε δείχνοντας αξιοπρεπής και προσέχοντας τα βήματά της απομακρύνθηκε από τον καναπέ.
Είχα να πάω στο μαγαζί καμιά δεκαπενταριά μέρες. Μπήκα και στάθηκα στη γωνία του μπαρ, χαιρέτησα. Το αφεντικό και τον μπάρμαν το φίλο μου. Όχι με αυτή τη σειρά. " - Καλά, πού το’ μαθες;" μου είπε το αφεντικό. " - Ποιο;" " - Ότι γύρισε η δικιά σου". " - Δεν το’ μαθα, τώρα το ακούω." " - Ε τότε, να πάρεις λαχείο". Χαμογέλασα, " μπα, προτιμώ ιππόδρομο". Ακούμπησα τον αγκώνα μου στη μπάρα και έβαλα coca cola στο ποτήρι με τα παγάκια που είχε ήδη καταφθάσει. Άρχισαν να έρχονται τα κορίτσια για να χαιρετίσουν. Άνοιγμα της καπαρντίνας, χώσιμο στην αγκαλιά, φιλί στο μάγουλο ή πεταχτό στο στόμα – αναλόγως των αισθημάτων, μούρη γεμάτη με στρας μετά από 10 λεπτά.
Με την άκρη του ματιού μου, την εντόπισα στο βάθος του μαγαζιού. Με είχε δει. Στεκόταν όρθια και ακίνητη. Αναποφάσιστη. Κινήθηκε προς το μπαρ, μα στα μέσα της διαδρομής έσκυψε και μίλησε σε κάποιον πελάτη, σαν να έψαχνε αυτόν. Ξανασηκώθηκε, έκανε δύο-τρία βήματα ακόμα προς το μπαρ και με μεταβολή κατευθύνθηκε προς τις τουαλέτες. Την ώρα εκείνη ήρθε η Αΐντα, μια μελαχρινή ανατολίτισσα, Ουζμπεκιστάν μεριά, εικοσάχρονη, με αμυγδαλωτά μαύρα μάτια. " - Πού ήσουνα μέρες τώρα;" Προσπαθεί να μάθει ελληνικά το μικρό. " - Δουλειές", απάντησα αόριστα. " - Έλειψες πολύ σε πουτανάκι σου". Για τον εαυτό της μιλούσε. Την αγκάλιασα με τρυφερότητα και τη φίλησα στο μέτωπο.
Με την άκρη του ματιού μου την είδα να βγαίνει από την τουαλέτα. Άρχισε να περπατά με το γνωστό απαράμιλλο τρόπο της, που σημαίνει πρόσωπο ψηλά, στήθος προτεταμένο και λίκνισμα που θα κόλαζε και άγιο. Που σημαίνει πως είχε αποφασίσει να έρθει να μου μιλήσει. Όταν είχε φθάσει στα έξι – επτά μέτρα από μένα, κράτησα στην αγκαλιά μου τη μικρόσωμη Αΐντα με το ένα χέρι και άνοιξα το άλλο, το αριστερό. Την προσκαλούσα χαμογελώντας πλατιά. Στα τελευταία της βήματα κοιταζόμασταν στα μάτια. Η Αΐντα γύρισε, την είδε και αμέσως άδειασε την αγκαλιά μου – σεβασμός στην ιστορία μας, σε ό,τι ήταν φανερό σε όλους, σ’ αυτά που αισθανόμασταν.
Μπήκε στην αγκαλιά μου, σχεδόν ακούμπησε – σαν το πλοίο που αφήνει την ανταριασμένη θάλασσα και γλιστράει στο λιμάνι. Με φίλησε στο μάγουλο. Την φίλησα κι εγώ, χωρίς να έχω σταματήσει να χαμογελώ. Απομάκρυνε το πρόσωπό της λίγα εκατοστά και ενώ μου σκούπιζε τα στρας, μου είπε:
" - Γεια σου, πού το’ ξερες;"
" - Δεν ήξερα τίποτα, μωρό μου. ‘Ετυχε".
" - Destiny." είπε και φωτίστηκε το πρόσωπό της." Τι νέα;"
" - Τα ίδια. Ξέρεις, κέρδισα ένα στοίχημα. Ένας φίλος μου πίστευε πως θα ξαναγύριζες στη δουλειά σε δυο εβδομάδες. Εγώ του είπα πως σε είχα για πιο πεισματάρα, θα έκανες τουλάχιστον ένα μήνα. Και κέρδισα."
Αμηχανία. Δίπλα μας το αφεντικό, κοίταζε. Τον κοίταξα. " - Ξέρεις, για να την ξαναπάρω να δουλέψει, έπαιξε ρόλο και η αδυναμία που της έχεις. Και το κόλλημα που έχει αυτή μαζί σου, επίσης." Χαμογέλασα. " - Θα μου την αφήνεις να δουλεύει και λίγο, έτσι;" συνέχισε μισοαστεία-μισοσοβαρά.
Γύρισα και την ξαναείδα, εκεί, λίγα εκατοστά από το πρόσωπό μου, σε επαφή με το σώμα μου. Αμηχανίας συνέχεια. Το πήρε απόφαση: " - Ξέρεις, ορκίστηκα σε μένα, αν σε ξαναδώ, να σου πω γεια σου και αυτά. Τίποτα άλλο. Να πάω για δουλειά μου".
" - Το φαντάστηκα πως θα ήταν έτσι" απάντησα χωρίς να χαμογελάω πια.
Απαλά ξεγλίστρησε από την αγκαλιά μου, με φίλησε στο μάγουλο, έδιωξε με το χέρι της λίγα ακόμα στρας και μου είπε με απόγνωση στο βλέμμα: " - Πάω για δουλειά". Πριν απαντήσω, γύρισε και άρχισε να απομακρύνεται – μου φάνηκαν γυρτοί οι ώμοι της για πρώτη φορά. Έκανε επτά-οκτώ βήματα. Κοντοστάθηκε. Και ξαφνικά, κάνει μεταβολή, αρχίζει να τρέχει πάνω στα εικοσάποντα τακούνια της και πέφτει με ορμή στην αγκαλιά μου, σαν την ανταριασμένη θάλασσα πάνω στο μόλο. Με φιλάει στο στόμα. Την φιλάω κι εγώ. Χάνεται ο κόσμος. Χάνεται ο χρόνος, φως παντού και πουθενά.
" - Μου έλειψες".
" - Κι εμένα" απαντώ.
" - Σε αγαπάω".
" - Κι εγώ ".
" - Είμαι ακόμα με το γκόμενο".
" - Destiny" της χαμογελάω.
Ακουμπάει το κεφάλι της στο στέρνο μου και γαντζώνεται πάνω μου. Σηκώνω το κεφάλι μου και κοιτάω το ταβάνι, τι να μου πει κι αυτό…

Κι ακούω στο μυαλό μου τη φωνή του Joe Cocker να τραγουδάει:
“...N'Oubliez Jamais
It's in your Destiny
A need to disagree
When rules get in the way
N'Oubliez Jamais...”
Το αφεντικό, όλη την ώρα δίπλα, παρακολουθούσε.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2007
Το striptease της "allmylife"
Την γνωρίσατε. Είναι αυτό που νομίζετε. Είναι και πολλά άλλα. Δεν είναι τίποτα απ’ όσα φαντάζεστε. Είναι ένα συναπάντημα, με ελαφρό περπάτημα. Την βλέπεις ή την διαβάζεις, την ακούς ή την συναντάς, το ίδιο είναι. Και εκεί που αφουγκράζεσαι να δεις περί τίνος πρόκειται, έχει ήδη μπει μέσα σου, με τέτοια άνεση που δεν έχω ματασυναντήσει. Μπαίνει στο μυαλό και την ψυχή σου. Ούτε καν το επιδιώκει, αυτή την εντύπωση σου δίνει. Και όμως μπαίνει και αλωνίζει, από νεραϊδογενιά, μην το ξεχνάτε ποτέ – για τον εαυτό της το λέει και έτσι είναι.
Δεδομένα
- Είναι αυθεντική. Wysiwyg (νομίζω πως έτσι το λένε οι κομπιουτεράδες), δηλαδή “what you see is
what you get”. Δεν προσποιείται, είναι αυτό που φαίνεται. Κι αν καμιά φορά παίζει και λίγο θέατρο, είναι για καλό σκοπό. Κάποιον δε θέλει να στενοχωρήσει, κάποιον θεωρεί σε αδύναμη θέση. - Είναι αληθινή. Μπορεί να λέει ψέματα, όταν κρίνει πως χρειάζονται, ποτέ όμως δεν υπήρξε ψεύτικη.
- Είναι δίκαιη. Αυτό όμως δεν λέει και πολλά, από την στιγμή που τα κριτήρια οι κώδικες και οι νόμοι είναι της απολύτου αποδοχής της, αυστηρώς προσωπικοί. Θέλω να πω πως είναι δίκαιη, μα στους άλλους μπορεί κάποιες φορές να φαίνεται άδικη. Αυτή δεν αισθάνεται έτσι. Αν ποτέ αισθανθεί, θα ζητήσει με λόγια και έργα συγγνώμη.
- Η αισθητική, με την ευρύτερη έννοια, είναι από τις υψηλότερες αξίες της. Αισθητική σε όλους και για όλα, πολυεπίπεδη και ασυμβίβαστη. Πόσο κουραστικό είναι αυτό μερικές φορές, δεν φαντάζεστε…
- Είναι Κεφαλλονίτισα. 100%. Αυτά.
- Το θυμικό της, είναι το κέντρο της ύπαρξής της. Κυριαρχεί επάνω της. Το ακολουθεί, δείχνει σα να μην μπορεί να κάνει αλλιώς. Μπορεί να χαρεί όσο δεν έχει χαρεί άνθρωπος. Και μέσα σε πέντε λεπτά να νοιώθει τόση δυστυχία, όσο λίγοι άνθρωποι έχουν νοιώσει. Και τα δύο με την ίδια ένταση. Με την ίδια αλήθεια. Από το θυμικό προέρχεται και ο θυμός… Ή το αντίθετο, τι σημασία έχει;
- Σιχαίνεται τα ανθρωπάκια. Όσο τίποτα. Μην μπερδεύεστε, όχι τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη ή που δεν στάθηκε καλή η ζωή μαζί τους, τα ανθρωπάκια, ιδίως αυτά που έχουν και δύναμη ή λεφτά. Είναι απέναντί τους. Πάντα.
- Δεν μπορεί τους δειλούς άντρες. Τους δειλούς, όχι τους φοβισμένους.
- Δεν μπορεί τους δήθεν. Τους μυρίζεται από χιλιόμετρα μακριά. Τους αποφεύγει διακριτικά, αν γίνεται. Αλλιώς καθόλου διακριτικά!
- Υπερασπιστής των αδυνάτων! Batman και Superman μαζί, δύο σ’ ένα σαν το Vidal Sasoon. Θεωρεί υποχρέωσή της να παρέμβει όταν κάποιος είναι σε δύσκολη θέση. Ή όταν αυτή νομίζει πως είναι έτσι. Αυτό το τελευταίο είναι πρόβλημα, πιστέψτε με! Ποιον υπερασπίζεται; Οποιονδήποτε. Δεν υπάρχει καμία εξαίρεση, αρκεί να πιστέψει πως βρίσκεται σε αδύναμη θέση.
- Φιλόζωη. Μπα, δεν αρκεί αυτή η λέξη. Δεν μπορώ να βρω όμως άλλη. Η αγάπη της για τα ζώα δεν μπορεί να περιγραφεί, μόνο να την καταλάβεις μπορείς την ώρα που τη δείχνει σε κάποιο ζωντανό. Άλλο πρόβλημα κι αυτό. Πιστέψτε με και πάλι, ξέρω τι σας λέω…
- Εγωίστρια και ξεροκέφαλη. Πολύ. Πιο πολύ κι από πολύ. Βράχος. Αμετακίνητη. Δεν της αλλάζεις άποψη – ειδικά αν έχει προέλθει από κάτι που έχει η ίδια βιώσει – με ΤΙΠΟΤΑ. Το μόνο που σου παραχωρεί, αν σε αγαπάει, είναι να κάνει πως πείστηκε. Τίποτα άλλο.
- Ευαίσθητη. Πληγώνεται εύκολα. Πριν απ’ όλους το ξέρει η ίδια πως είναι έτσι. Αποτέλεσμα; Για να μην πληγωθεί, μπορεί να ισοπεδώσει με την επίθεσή της κάποιον. Για να προλάβει τη δική του. Συνήθως, έχει δίκιο…
- Πιστεύει στον Χριστό. Όπως λέει και η ίδια, στο Χριστό, όχι στο Θεό. Τώρα πώς τα διαχωρίζει, προσπαθώ να καταλάβω εδώ και 23 χρόνια. Μην της μιλήσετε όμως για παπαδαριό! Τους σιχαίνεται, με ελάχιστες εξαιρέσεις αγίων ανθρώπων – έναν είχα την τύχη να της τον γνωρίσω εγώ.
Πώς σας φάνηκε το striptease της allmylife; Αν έχει κι άλλο; Μα φυσικά, δεν είναι όμως σωστό να την αφήσω και τσίτσιδη. Εξάλλου, με τι θα έχω να την εκβιάζω, αν δεν μου κάνει κάποιες φορές αυτό που θέλω; Ε; Μην ξεχνάτε, είμαι ο πλέον έγκριτος allmylife-ολόγος, κανείς δεν ξέρει όσα εγώ!
Είσαστε τυχεροί που τη συναντήσατε. Ήρθε στη ζωή σας. Δεν ξέρω αν θα χαρείτε ή θα σας προκαλέσει θλίψη. Για ένα είμαι όμως σίγουρος: θα περάσετε έντονα μαζί της, αληθινά και παθιασμένα. Το προκαλεί αυτό, η νεραϊδογενιά που λέγαμε.
Δεν ξέρω για πόσο θα μείνει μαζί σας. Ένα σας λέω όμως: αν φύγει, θα φταίτε εσείς. Κάτι δεν υπολογίσατε, κάτι από τα χιλιάδες μικρά ή μεγάλα που την ενοχλούν. Αυτή δεν φταίει, πολλέσ φορές ούτε καν θέλει να φύγει. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς...Και μην παρασυρθείτε και απαιτήσετε αποκλειστικότητα! Αυτό ξεχάστε το. Αυτήν την χαρίζει μόνο εκεί που η ίδια αποφασίζει, κι αυτό πολύ σπάνια. Μην σας στενοχωρεί όμως αυτό. Καλύτερα. Δεν ξέρετε τι κέρατο βερνικωμένο που είναι! Για φανταστείτε να την έχετε και αποκλειστικά!
Και μια υποσημείωση: όποιος ή όποια απ’ αυτά που έγραψα αισθανθεί ανασφάλεια, τότε δεν καταλαβαίνει ούτε εμένα, ούτε την allmylife. Είναι μακριά νυχτωμένος.
Επίλογος
Στην αίθουσα του αεροδρομίου στην Αβάνα, κάθεται σε ένα τραπέζι, κοιτώντας έξω από την τζαμαρία το αεροπλάνο που μόλις προσγειώθηκε. Αυτό που σε λίγο θα απογειωθεί ξανά για να τον πάει στις ΗΠΑ. Να τον ταξιδέψει μακριά από τη γυναίκα που περισσότερο απ' οτιδήποτε αγάπησε στη ζωή του.Έρχεται αθόρυβα πίσω του, εκείνη, στέκεται για λίγο και τον ρωτάει: 
Roberta Duran (Lena Olin): Are you waited for me?
Jack Weil (Robert Redford): All my life!
Και έτσι προέκυψε το όνομά της στο διαδίκτυο, από την ταινία HAVANA.
Σημείωση: Γιατί έφυγε ο μαλάκας και δεν την πήρε μαζί του; Γιατί; Γιατί δεν τη βούταγε από το μαλλί να την χώσει στο αεροπλάνο; Τι ήθελε να μας αποδείξει; Πως σεβάστηκε αυτό που η ίδια ήθελε; Πίπες! Άστο διάολο με τον χέστη. Τα είπα και ξεθύμανα.
Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2007
Femme Natale (part II)
Ήταν ένα από τα συνηθισμένα βράδια στη δουλειά, όταν στο μαγαζί ήρθε η παρέα του Γάμμα – ένας από τους πρώτους και πιο παλιούς μου πελάτες από το μαγαζί που δούλευα πριν.
(Καλό παιδί ο Γάμμα, ήσυχος, σχεδόν αμίλητος. Πλήρωνε πολλά για μένα και δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα. Ήταν από τις πιο καλές περιπτώσεις που μπορούσες να βρεις, για πελάτης. Στην αρχή μάλιστα με γοήτευε κιόλας. Είχα κοιμηθεί κι ένα βράδυ μαζί του, μα μέχρι εκεί. Έξω από το μαγαζί δεν ήταν αυτό που φαινόταν. Πολλά κόμπλεξ. Αν πας με έναν άντρα στο κρεββάτι, καταλαβαίνεις γι' αυτόν πολλά, αισθάνεσαι.)
Φυσικά, πήγα στην παρέα του. Ήταν ο Λάμδα, ο γυμνασμένος φίλος τους ( μάλλον Κάππα τον έλεγαν) και ένας που έβλεπα για πρώτη φορά. Κάθισα με το Γάμμα, μα τα μάτια μου έπεφταν συνέχεια στον καινούριο. Ωραίος έδειχνε, μα δεν ήταν αυτό που με τραβούσε. Στο μαγαζί συνηθίζεις να μην προσέχεις την εξωτερική εμφάνιση - γιατί τότε πώς θα κάνεις παρέα και θα αγγίξεις τους άσχημους; Ήταν αλλιώτικος από τους άλλους. Δεν καταλάβαινα τι το ξεχωριστό είχε, μα εξέπεμπε κάτι διαφορετικό. Και με κοιτούσε συνέχεια, προσπαθώντας να μη φανεί - νόμιζε μάλιστα πως το είχε καταφέρει. Έτσι κύλησε όλο το βράδυ. Αυτός δεν πήρε κάποια κοπέλα για παρέα, παράξενο κι αυτό. Τότε γιατί ήρθε στο στριπτιζάδικο;

Θυμάμαι πως το πρωί που έφυγα, στο μυαλό μου γυρόφερνε αυτός ο ψηλός, πληθωρικός άντρας με το έντονο βλέμμα και την ξεχωριστή αύρα. Μάλιστα για κάποιες στιγμές, σκέφτηκα τον εαυτό μου μαζί του! Αν είναι δυνατόν! Μέσα μου έβαλα τα γέλια. Έξω μου δεν μπορούσα, γιατί θα με ρωτούσε ο Δέλτα, το αγόρι μου και τι να του πω… Απλώς, χαμογέλασα. Δεν είχα καν μιλήσει μαζί του, δεν ήξερα το όνομα του και σκεφτόμουν βλακείες. Έθαψα τις σκέψεις μου, όπως είχα μάθει πλέον καλά να κάνω και συνέχισα τη ζωή μου. Μέσα σε έναν μήνα, τον είδα άλλες δυο φορές. Πάντα αμίλητος, πάντα χωρίς κοπέλα, εγώ με τον Γάμμα και όποτε γύριζα να τον δω, με κοιτούσε. Τι παράξενο! Πρώτη φορά μου κινούσε την περιέργεια τόσο πολύ ένας πελάτης και μάλιστα όχι δικός μου! Το σίγουρο ήταν πως ήθελα να του μιλήσω, να μάθω γι’ αυτόν, να κάνουμε παρέα. Τον είδα άλλες δυο φορές με την παρέα του, χωρίς το Γάμμα. Πλησίασα και τις δυο φορές και τον ρώτησα για τον Γάμμα, ελπίζοντας πως θα μου έπιανε την κουβέντα, θα με καλούσε στο τραπέζι του. Όμως αυτός τίποτα. Τι παράξενος που ήταν… Σαν να μην ήθελε να μου μιλήσει, σαν να τον ενοχλούσε που του μίλαγα. Τότε όμως γιατί με κοιτούσε βράδια ολόκληρα; Μήπως δεν του άρεσα; Μα αφού δεν έπεφτα ποτέ έξω σ’ αυτές τις διαπιστώσεις. Έτσι κύλησε σχεδόν άλλος ένας μήνας. Και για πρώτη φορά, απασχολούσε το μυαλό μου ένας άντρας με τον οποίο δεν είχαμε πιει ούτε ένα ποτό, δεν ήξερα καν το όνομά του. Μυστήρια που είναι η ζωή…
Ήταν μια Πέμπτη γύρω στις τέσσερις το πρωί. Είχα ήδη δουλέψει 4 ώρες και είχα πιει αρκετά, ήμουν μεθυσμένη. Τον είδα ξανά με την παρέα του στον γνωστό καναπέ που πάντα κάθονταν στο Baby G.. Ο φίλος του είχε μια κοπέλα και αυτός καθόταν μόνος. Πλησίασα και του μίλησα για τρίτη φορά, για το μόνο θέμα που είχαμε κοινό: τον ρώτησα για τον Γάμμα. Μου απάντησε πάλι κοφτά και ψυχρά. Πήγα να φύγω, όταν μέσα μου φούντωσε ο θυμός και ξαναστράφηκα προς το μέρος του. Κάθισα δίπλα του στον καναπέ και άρχισα να του τα χώνω, βοήθησε και το ποτό που είχα πιει. "Τι περιμένεις, γιατί δεν μου μιλάς, γιατί δεν κάνουμε παρέα, μήπως δεν σου αρέσω, μήπως είσαι μαλάκας" και άλλα τέτοια που καλά - καλά δεν θυμάμαι γιατί ήμουν ζαλισμένη. Και τότε μου μίλησε. Μου είπε πως τον λένε Σοφοκλή. Μου εξήγησε πως δεν μου μιλούσε γιατί τον ρωτούσα συνεχώς για τον Γάμμα. Νόμιζε πως ήθελα τον Γάμμα. Και πώς μπορούσε να μου μιλά, αφού δεν μου άρεσε! Έπαθα πλάκα. Έπεσα από τα σύννεφα. Όλα αυτά που μου έλεγε – και φαινόταν να λέει αλήθεια – μια εξήγηση είχαν: με έβλεπε σαν κανονική κοπέλα και όχι σαν στριπτιζού! Με συνάντησε στο Baby G. και με θεωρούσε κανονική κοπέλα! Πώς θα έκανε παρέα με μια που ήταν με έναν φίλο του; Ξεχνούσε πως αυτή ήταν η δουλειά μου! Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, με κατέκλυσε μια ζεστή αίσθηση και ανοίχτηκα. Άρχισα να του μιλάω και δεν σταματούσα! Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. Είχε μια παράξενη επίδραση επάνω μου: με έκανε να αισθάνομαι ασφαλής, να αισθάνομαι τρυφερότητα. Με έκανε να είμαι αυτό που με έβλεπε: μια κανονική κοπέλα και όχι μια στριπτιζού! Με έκανε να αισθάνομαι Ναταλία, παρ’ όλο που σ’ αυτόν συστήθηκα ως Άντζελα.
Όλο το βράδυ ήμουν μαζί του. Με κέρασε κόκκινο κρασί – 200 ευρώ, λες να έχει λεφτά; – μέθυσα τελείως. Δεν θυμάμαι καλά, μα νομίζω πως του χόρεψα, τον φίλησα πολλές φορές, τον άγγιζα σε κάθε ευκαιρία, δεν θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι ήταν το μεγάλο, ζεστό, sexy χαμόγελό του. Του άρεσα, το επιβεβαίωσα. Το πρωί που έφυγα, είχα μια παράξενη αίσθηση – σαν να είχα απατήσει το Δέλτα. Δεν το σκεφτόμουνα, μα το αισθανόμουν. Αυτός ο άνθρωπος, με έκανε να μην αισθάνομαι "επαγγελματίας". Με ανάγκαζε να δείχνω, όσο κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, τον αληθινό εαυτό μου.
Έκανα παρέα μαζί του για αρκετά βράδια, από την ημέρα εκείνη και μετά. Έμαθα γι’ αυτόν, όσα μου έλεγε. Ήταν 40 χρονών, ανύπαντρος, χωρίς παιδιά, χωρίς πολλά λεφτά. Είχε καλή ψυχή, αυτό το κατάλαβα μόνη μου, είχε χιούμορ, ήξερε να με κάνει να νοιώθω άνετα και ασφαλής. Μόλις τον έβλεπα να μπαίνει στο μαγαζί, ανακουφιζόμουν. Θα περνούσα δυο-τρεις ώρες ευχάριστα. Είχα αρχίσει να αποζητώ την συντροφιά του.
Φορά με τη φορά, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν μεταξύ μας. Ένα από τα βράδια που είχε έρθει, είχα τη γιορτή μου. Με την ευκαιρία, του είπα και το πραγματικό μου όνομα: Ναταλία. Περνούσα καλά, μα κάτι παράξενο συνέβαινε και το αισθανόμουν. Το βλέμμα του γινόταν όλο και πιο έντονο, εγώ μιλούσα όλο και περισσότερο. Αρχίσαμε να νοιώθουμε πράγματα που δεν λέγαμε. Άρχισα να μην μεθώ όταν ήμουν μαζί του, αν και έπινα. Δεν το είχε ανάγκη το μυαλό μου φαίνεται… Μου ζήτησε το τηλέφωνό μου και του το έδωσα. Έλειπε και ο Δέλτα στην Ουκρανία και τα πράγματα ήταν πιο εύκολα, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα εγώ τότε. Μου άρεσε σαν άντρας. Τον σκεφτόμουν και εκτός μαγαζιού. Δεν θα μπορούσα όμως να κοιμηθώ μαζί του, όχι εύκολα. Με είχε συνεπάρει στον κόσμο του, εκεί που δεν ήμουν μια στριπτιζού, ήμουν αυτό που είχα θάψει βαθιά μέσα μου: ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα. Δεν θα μπορούσα λοιπόν να το χαλάσω αυτό, για μια βραδιά μαζί του. Δεν το ήθελα. Νομίζω – ή ελπίζω;- ούτε κι αυτός.

Βγήκαμε και εκτός μαγαζιού δύο φορές. Μια για καφέ και μια για φαγητό. Επιβεβαίωσα αυτά που είχα καταλάβει γι’ αυτόν. Ήταν ένας άντρας όχι σαν αυτούς που με περιτριγύριζαν χρόνια τώρα. Ήταν από άλλο κόσμο, κάτι σαν εξωγήινος. Τρυφερός, ντροπαλός, καλός, μα ταυτόχρονα άντρας. Μου είπε πως του άρεσα περισσότερο με τα ρούχα μου! Άκου εκεί τι μου είπε! Μα δεν έπρεπε πια να μου κάνει εντύπωση: γι’ αυτόν ήμουν μια φυσιολογική κοπέλα, ούτε που του περνούσε από το μυαλό η αλήθεια, όταν ήταν μαζί μου τουλάχιστον. Τις άλλες ώρες δεν ξέρω. Ποτέ δεν με πίεσε για τίποτα, ποτέ δεν μου ζήτησε τίποτα. Μαζί του ήμουν τόσο χαλαρή, τόσο ήρεμη, είχα ξεχάσει πόσο ωραία αίσθηση ήταν αυτή. Και έτσι στο μαγαζί ή έξω, συνέχιζε η γνωριμία μας. Ώσπου… Ώσπου τα πράγματα άρχισαν ν’ αλλάζουν, μέσα μου κυρίως. Τον σκεφτόμουν πολλές φορές, σαν άντρα. Σκεφτόμουν αν θα μπορούσα να τον αγαπήσω. Μα ναι, ήταν σίγουρο αυτό. Ίσως ήταν ο μόνος από αυτούς που είχα συναντήσει στη ζωή μου που μπορούσα ν’ αγαπήσω πολύ και πραγματικά. Και τότε ήταν που συνειδητοποίησα τι έκανα!
Είχα αρχίσει να του λέω ψέματα. Μα πώς στο διάολο να του πω όλη την αλήθεια; Χωρίς να το καταλαβαίνω, είχα αρχίσει να ωραιοποιώ τον εαυτό μου, να αποκρύπτω γεγονότα και πληροφορίες. Δεν ήθελα να του χαλάσω την εικόνα που αυτός είχε δημιουργήσει για μένα. Πώς μπορούσα να το κάνω άλλωστε; Πώς να του πω την πραγματική μου σχέση με τον Δέλτα; Ντρεπόμουν. Όσο αυτός με αντιμετώπιζε σαν μια κανονική κοπέλα, τόσο πια εγώ ντρεπόμουν γι’ αυτό που ήμουν. Η στάση του, ενώ μου άρεσε τόσο, με καταρράκωνε εσωτερικά. Όσο ο Σοφοκλής έβλεπε – και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια – το κορίτσι που υπήρχε μέσα μου, το έδειχνε και σε εμένα. Κι έτσι, αυτό που τόσο καιρό προσπαθούσα να θάψω, το έφερε ξανά στην επιφάνεια. Και τότε, πονούσα για το άλλο μέρος του εαυτού μου, για την Άντζελα, τη στριπτιζού. Πονούσα για αυτά που έχανα, πονούσα γι’ αυτό που είχα γίνει. Και του έλεγα ψέματα. Όσο πιο συχνά, τόσο πιο πολύ του επαναλάμβανα πως πάντα του έλεγα αλήθεια. Είχα ανάγκη να το πιστεύει. Τον έπειθα; Δεν ξέρω. Πάντα γελούσε αινιγματικά και με χάιδευε τρυφερά. Τουλάχιστον ήξερα πως δεν του έλεγα τελείως ψέματα: του έλεγα αυτό που θα ήθελα να ήταν η αλήθεια! Του έλεγα πως με ήθελε πολύ ο Δέλτα, πως με βόλευε, μου έκανε όλα τα χατίρια. Δεν του έλεγα πως είχα αρχίσει να γίνομαι κτήμα του, πως με εκμεταλλευόταν, πως με χτυπούσε μερικές φορές. Κάποιες φορές δεν άντεχα και του έλεγα και κάποια αληθινά γεγονότα, πως του έστειλα λεφτά στην Ουκρανία, για παράδειγμα.
Γιατί να μην είναι κι αυτός σαν τους άλλους; Γιατί να μην είναι μαλάκας, να του κάνω χορούς, να του παίρνω απλώς τα λεφτά…Θα ήξερα τουλάχιστον πώς να φερθώ, θα συμφωνούσαν αυτά που ζούσα μαζί του με αυτό που ήμουν. Μα τι λέω;; Αντί να χαίρομαι που είναι αλλιώτικος, που τουλάχιστον αυτός είδε σε εμένα την "άλλη", την θαμμένη, την καλή πλευρά μου; Που μου την έδειξε κι εμένα, που μου θύμισε πως υπάρχει; Μια θέλω το ένα και μια το άλλο. Άρχισα πάλι να βασανίζομαι. Μια χαίρομαι και μια πονώ. Δεν φταίει αυτός, το ξέρω. Μα άρχισα στιγμές – στιγμές να ελπίζω. Δεν υπάρχει τίποτα που να φοβάμαι τόσο, όσο την ελπίδα που θα μείνει ανεκπλήρωτη! Φοβάμαι να ελπίζω. Δεν το καταλαβαίνει; Πώς πιστεύει πως μπορώ να αλλάξω τη ζωή μου και να έχουμε μια φυσιολογική σχέση;
Αυτός με εμένα
Κάποια μέρα, γύρω στα μέσα Σεπτεμβρίου, γύρισε ξαφνικά ο Δέλτα. Είχα πει πως θα τηλεφωνούσα στο Σοφοκλή, μα δεν μπορούσα. Την επόμενη μέρα, του έστειλα μήνυμα για να του εξηγήσω. Και τότε το συνειδητοποίησα: είχε αρχίσει να έχει σημασία για μένα. Τον σεβόμουν, όπως κανένα άντρα μέχρι τώρα. Του έστειλα μήνυμα, λες και είχα υποχρέωση! Μα φαίνεται πως είχα, στον εαυτό μου. Ήταν αυτό που κυριαρχούσε. Με έκανε να αισθάνομαι πως ήμουν αυτό που έβλεπε σε εμένα: μια φυσιολογική γυναίκα. Τότε κατάλαβα πως ο άντρας αυτός, ήταν το αντίθετο από τον πατέρα μου. Εκείνος με έβλεπε πουτάνα ενώ δεν ήμουν, αυτός με έβλεπε κανονική γυναίκα, την ώρα που αχεδόν όλοι οι υπόλοιποι με νόμιζαν πουτάνα! Ίσως να μου το χρωστούσε η ζωή. Έκλαψα πολύ εκείνο το βράδυ. Ίσως από χαρά, ίσως από απόγνωση, ίσως από φόβο. Δεν ξέρω, μάλλον απ’ όλα αυτά μαζί.
Το επόμενο βράδυ, τον συνάντησα στο μαγαζί. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως θα ήταν μια βραδιά διαφορετική, μια βραδιά γεμάτη αλήθειες, με φόντο τα sexy shows του Baby G.. Κάθισα δίπλα του, πιο μαγκωμένη από τις άλλες φορές. Κατάλαβα πως θα μου μιλούσε. Προσπάθησα να το αποφύγω, μιλώντας για άσχετα θέματα. Με κοιτούσε σχεδόν αμίλητος. Και κάποια στιγμή μου είπε: "Όλο το βράδυ θα λέμε μαλακίες ή θα μιλήσουμε για μας"; Δεν άντεχα να ακούσω. Του το είπα. Επέμεινε, μα μου υποσχέθηκε πως δεν θα με στενοχωρήσει, λες και ήταν αυτό δυνατόν. Άρχισε να μιλάει. Με έπιανε από το κεφάλι και με τα δυο του χέρια, πάντα με τρυφερότητα, και μίλαγε κοντά στο αυτί μου λες και φοβόταν πως θα ακούσουν οι άλλοι. Λες και μπορούσε ν’ ακούσει κανείς μέσα στην εκκωφαντική μουσική του μαγαζιού. Μου είπε πως του αρέσω. Πως ένοιωθε κάτι σημαντικό για μένα. Πως δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτα, μα θα ήθελε να είμαστε μαζί ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Πως θα έπαυε να είναι πελάτης μου, να πληρώνει για μένα. Πως δεν άντεχε άλλο κάτι τέτοιο. Πως δεν μου ζητούσε τίποτα, απλώς ήθελε να μου πει τι νοιώθει – πως είχε ήδη αργήσει να μου εξηγήσει, λες κι εγώ δεν ήξερα…
Και τότε, άρχισα να νοιώθω υπεύθυνη για ό,τι αυτός αισθανόταν. Άρχισα να νοιώθω τύψεις, για πράγματα που δεν είχαν γίνει ακόμη. Η αγνότητα με την οποία με πλησίαζε, με έκανε να τα χάνω. Έπρεπε να ξεκαθαρίσω τα πράγματα. Υπήρξαν και άλλες φορές στο παρελθόν που απαλλάχτηκα από κάποιους πελάτες που άρχισαν να με θέλουν πολύ και μου δημιουργούσαν πρόβλημα τόσο στη δουλειά όσο και στη ζωή μου. Μπορούσα να το κάνω με χαρακτηριστική άνεση. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Ένα μέρος του εαυτού μου δεν ήθελε να τον χάσει. Ο υπόλοιπος εαυτός μου όμως, ήθελε να τον διώξει. Δεν ήξερα τι να κάνω. Κάποια στιγμή όμως συνειδητοποίησα πως για να τον κρατήσω, έπρεπε να του πω όλη την αλήθεια. Αυτό δεν το άντεχα! Δεν μπορούσα να ρισκάρω την απόρριψη εκ μέρους του. Βέβαια, κάτι μου έλεγε πως είχε καταλάβει περισσότερα απ’ όσα του είχα πει, περισσότερα απ’ όσα έδειχνε. Μα όχι! Δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Δεν υπήρχαν ελπίδες για μια σωστή σχέση. Πόσα θα είχαμε να αντιπαλέψουμε! Τόσους ανθρώπους εναντίον μας! Ο Δέλτα, η αδελφή μου, οι δικοί του συγγενείς…Κι έτσι, αποφάσισα να τον διώξω.
Ήταν ένα βράδυ, που είχε έρθει στο Baby G. και κατά σύμπτωση ήταν μαζί και η υπόλοιπη παρέα: ο Λάμδα και ο …Γάμμα! Πήγα στο τραπέζι και κάθισα στα πόδια του, ήμουν ήδη μεθυσμένη. Αφού τα είπαμε για λίγο, πήγα να χαιρετίσω το Γάμμα και κάθισα λίγο και μ’ αυτόν. Γύρισα στο Σοφοκλή και πρόσεξα το βλέμμα του. Ήταν λυπημένο, πληγωμένο και θυμωμένο μαζί μα αυτός δεν μου είπε τίποτα. Δεν άντεχα άλλο αυτή την κατάσταση, γιατί ενδιαφερόμουν κι εγώ γι’ αυτόν. Αν τον έβλεπα σαν απλό πελάτη, όλα θα ήταν πιο εύκολα. Όχι τώρα όμως. Και τότε ήταν που αποφάσισα να τον διώξω. Άρχισα να του μιλάω σκληρά. Να του λέω πράγματα που δεν ήθελε να ακούσει. Πως ήμουν μια στριπτιζού, πως τον ήθελα για τα λεφτά – να μου πληρώνει ποτά. Πως δεν ήμουν σοβαρή γυναίκα, πως ήμουν μια πουτάνα, όπως και οι άλλες κοπέλες του μαγαζιού. Πως δεν θα έπρεπε να περιμένει τίποτα από μένα, ούτε τώρα, ούτε και στο μέλλον. Τα έλεγα, μα για να τα πω υπέφερα, πονούσα, γιατί ήξερα πως δεν ήταν όλη η αλήθεια. Ευτυχώς με βοηθούσε το ποτό. Αυτός όμως όχι! Δεν με βοήθησε καθόλου, δεν με πίστευε! Και όσο μου το έλεγε, τόσο εγώ τα παρουσίαζα χειρότερα, πιο μαύρα, πιο ψεύτικα. Κι αυτός με κοίταζε με το αινιγματικό του χαμόγελο και μου έλεγε: "δεν σε πιστεύω". Τότε, τον ρώτησα αν έχει λεφτά να ξοδέψει για μένα. Μου είπε πως όχι. "Ε, τότε άντε γεια" του είπα και σηκώθηκα από το τραπέζι χωρίς να κοιτάξω πίσω μου. Πήγα στο μπαρ και βρήκα κάποιον να με κεράσει ποτά. Ήξερα πως με κοίταζε, το αισθανόμουν. Και έπαιρνα το χέρι του πελάτη και το έβαζα να μου χαϊδεύει τον κώλο. Για να το βλέπει. Για να πειστεί. Ούτε κι εγώ ξέρω πόση ώρα πέρασε. Δεν τον ξαναείδα μέσα στο μαγαζί.
Όταν σχόλασα, έφυγα με κάποια κορίτσια και πήγαμε στο Ciao για πρωινό. Ήμουν χάλια. Μεθυσμένη και στενοχωρημένη, η αλήθεια είναι πως τον σκεφτόμουν. Μου έστειλε κι ένα μήνυμα: « Πρέπει να ξέρω πότε έλεγες ψέματα, τόσον καιρό ή σήμερα» Είχα βγει από το αμάξι έξω από το Ciao και κοίταζα αν είχε έρθει ο Δέλτα, ενώ μιλούσα με μια φίλη μου. Τότε, είδα ένα αμάξι να πλησιάζει, να κοντοστέκεται δίπλα μου και τον Σοφοκλή να με χαιρετά με μια κίνηση του χεριού του, χωρίς να με κοιτά – δεν άντεχε ίσως. Τα έχασα. Αυτό το παιδί είχε έναν τρόπο να με κάνει να τα χάνω, λες και ήμουν καμιά παιδούλα, λες και δεν ήμουν μια έμπειρη γυναίκα της νύχτας. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Πάνω στην ώρα νάσου κι ο Δέλτα. Ήμουν αναστατωμένη όταν καθίσαμε. Με είχε πάρει από πίσω! Περίμενε να σχολάσω και με πήρε από πίσω. Τα πράγματα άρχιζαν να δείχνουν επικίνδυνα για μένα, μα κυρίως γι’ αυτόν. Ούτε είχε ιδέα πού πήγαινε να μπλέξει. Κι όμως, δεν θύμωσα. Μάλλον τρυφερότητα μου προξένησε όλη αυτή η φάση. Και χτυποκάρδι. Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. Και ξαφνικά, χτυπά το κινητό μου. Είναι αυτός, μα δεν προλαβαίνω να το σηκώσω, το πήρε ο Δέλτα, ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Ο Σοφοκλής δεν μίλησε, το έκλεισε και από τότε δεν με ξαναενόχλησε.Πέρασαν σχεδόν δυο εβδομάδες. Καμία επικοινωνία με τον Σοφοκλή. Έδωσα εξετάσεις, πέρασα με άριστα. Ήθελα να του το πω, γιατί ήξερα πως θα χαιρόταν στ’ αλήθεια. Τελικά όμως, έγινε αυτό που ήθελα. Άλλαξα και μαγαζί, πήγα σ' ένα στριπτιζάδικο στο Κερατσίνι κι έτσι χαθήκαμε. Δεν ήμουν όμως ευχαριστημένη. Μου έλειπε, αν και όταν το σκεφτόμουν, γέλαγα με τον εαυτό μου. Μα σε τι ήλπιζα, η ηλίθια; Μπορούσαμε ποτέ να ήμαστε μαζί; Αυτός ήταν από έναν τελείως άλλο κόσμο, τι σχέση μπορεί να είχε μαζί μου; Ίσως σε μιαν άλλη ζωή, σε κάποιο άλλο σύμπαν, να βρίσκονταν οι ψυχές μας. Είχα αρχίσει να τον ξεχνάω, ήμουν τόσο καλή σε αυτό. Μπορούσα να επιβάλλω στο μυαλό και την καρδιά μου, αυτό που η λογική μου πρόσταζε. Μάλωνα συνέχεια με τον Δέλτα. Τις τελευταίες μέρες μάλιστα είχαμε χωρίσει και δεν βλεπόμαστε. Σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο τον Σοφοκλή, μα δεν το έκανα. Τι μου έφταιγε αυτός; Αφού ήξερα την συνέχεια. Θα ξαναγύριζα στον Δέλτα. Και τότε τι θα του έλεγα; Με συγχωρείτε, λάθος; Όχι, έπρεπε να τον κρατήσω έξω απ’ όλα αυτά.
Πήγαινα στη δουλειά μου μετά από αρκετό καιρό. Ήμουν χαρούμενη, γιατί έφυγα από το κλίμα του Baby G., γιατί βρήκα ξανά την φίλη μου τη Ναντίν και γενικά πέρναγα καλά. Ήταν ένα βράδυ, σχετικά νωρίς. Είχα έναν πελάτη και του έκανα χορό στο βάθος του μαγαζιού. Τελείωσα και πήρα τον διάδρομο προς το μπαρ, με περίμενε άλλος πελάτης – ευτυχώς, ποτέ δεν μου έλειψαν οι άντρες που με ήθελαν. Προχωρώντας στο μισοσκόταδο, τον είδα. Ήταν όρθιος μπροστά μου, με κοίταζε και μου χαμογελούσε με το γνωστό του χαμόγελο. Είχε έρθει! Χάρηκα τόσο πολύ! Τον αγκάλιασα, τον φίλησα στο στόμα, όχι τόσο πολύ όσο θα ήθελα. Τον ρώτησα αν θα κάτσει, να πήγαινα στο τραπέζι του. Μου είπε ναι. Πήγα. Μιλήσαμε. Με ρώτησε για την τελευταία φορά που είχαμε συναντηθεί. Του είπα. Μου είπε κι αυτός. Τελικά είχα δίκιο. Είχε καταλάβει πολύ περισσότερα για μένα, απ’ όσα του είχα πει. Μου έλεγε πράγματα για μένα που δεν είχα σκεφτεί ποτέ, μα μου φαινόταν σαν να τα ήξερα από καιρό. Τόσο αληθινά και εύστοχα. Ήμουν χαρούμενη, δεν έχει νόημα να το αρνιέμαι πλέον στον εαυτό μου. Μου αρέσει αυτός ο άντρας. Μου αρέσει που πιστεύει σε αυτά που ο ίδιος βλέπει σε μένα και όχι σε ό,τι του λένε οι άλλοι. Δεν πιστεύει ακόμα κι εμένα!
Ήρθε άλλες τρεις φορές. Ήταν καλά μαζί του. Πάντα είναι καλά. Θα ξανάρθει, ίσως. Δεν μπορώ να τον προσκαλέσω στη ζωή μου, μα δεν μπορώ και να τον ξαναδιώξω. Ας είναι. Κατά μια έννοια είμαστε μαζί. Πώς; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω τίποτα πια.
Μήπως είναι καλύτερα έτσι;
Μήπως;
Ναταλία, η χριστουγεννιάτικη
Για την μετάφραση από τα Αγγλικά, sofogreg
Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2007
Femme Natale (part I)

" Who can say where the road goes,
where the day flows, only time.
And who can say if your love grows,
as your heart chose, only time."
Enya, “ Only Time”
Ναταλία το όνομά μου. Κατά μια εξήγηση, προέρχεται από το natal, δηλαδή "Χριστούγεννα". Ναταλία η χριστουγεννιάτικη. Ώρες ώρες νομίζω πως γεννήθηκα για να αγαπάω. Αγαπώ, θαρρώ, κάθε ζωντανό πλάσμα, τα δέντρα, τα φυτά, τ’ αγριολούλουδα, τα μικρά και τα μεγάλα ζώα, τα άγρια και τα ήμερα, ό,τι έχει μέσα του ζωντάνια. Αγαπώ τη ζωή. Αγαπώ κάθε ζωντανό πλάσμα, εκτός… Μου φαίνεται πως πια δεν μπορώ να αγαπήσω τους άντρες.
Αυτό που δεν υπολόγισα τότε ήταν πως έτσι θα κατέστρεφα και τον εαυτό μου, εν μέρει τουλάχιστον. Θα κατέστρεφα τη ζωή μου. Θα ζούσα άλλα από αυτά που ονειρευόμουν, άλλα από αυτά που ήθελα.Έφυγα μετά από κάποιο καιρό από το σπίτι μου. Δεν άντεχα. Δεν άντεχα την ατμόσφαιρα, δεν άντεχα να με κοιτούν σαν να έφταιγα εγώ. Δεν άντεχα τη δημοσιότητα που πήρε η υπόθεση, την καταγγελία, το δικαστήριο, όλους τους ανθρώπους της περιοχής. Μα πιο πολύ δεν άντεχα που για τον πατέρα μου ήταν πια σαν να μην υπήρχα καθόλου. Η μάνα μου προσπαθούσε. Προσπαθούσε, μα δεν μπόρεσε να με προστατεύσει αποτελεσματικά. Ήταν αφόρητα και έτσι έφυγα για την Μόσχα. Χωρίς λεφτά, πήγα να ζήσω μόνη μου, να σπουδάσω. Και όπως ήταν αναπόφευκτο, βρέθηκα να συζώ με έναν άντρα. Μου πλήρωνε το σπίτι. Πλήρωνε για τις ανάγκες και τα έξοδά μου. Πλήρωνε για να με έχει γκόμενα. Με πλήρωνε. Ο τρίτος στη σειρά που με βίασε: βίασε την αξιοπρέπειά μου. Επιβεβαίωσε αυτό που φοβόμουν. Εδραίωσε μέσα μου τον φόβο πως ήμουν αυτό που έλεγε ο πατέρας μου. Ή τουλάχιστον άρχιζα πλέον να γίνομαι, κάτι σαν πουτάνα.

Είχε πρόβλημα με τη δουλειά μου. Ζήλευε. Θύμωνε. Υπήρξαν φορές που με χτυπούσε πάνω στα νεύρα του. Προσπάθησα να σταματήσω τη δουλειά, μα δεν είχαμε να φάμε. Ούτε αυτός είχε λεφτά. Αδιέξοδο. Ένα ακόμα, για άλλη μια φορά στη ζωή μου. Με τρόμο συνειδητοποίησα, πως ο δρόμος που είχα διαλέξει ήταν μονόδρομος! Πώς κατέληξα έτσι; Μόλις στα εικοσιτέσσερά μου και αισθανόμουν γριά. Αισθανόμουν απελπισμένη. Έπρεπε να σβήσω από το μυαλό μου τα όνειρα που έκανα μικρή. Προσπάθησα, μα δεν έβρισκα τον τρόπο. Μέσα μου δεν μπορούσα να το αποδεχθώ. Η πάλη στο εσωτερικό συνέχιζε αμείωτη. Και το ποτό. Άρχισα να γίνομαι αλκοολική. Ακόμα ένα βήμα προς την καταστροφή. Μια γυναίκα βιασμένη κατ’ επανάληψη, στριπτιζού και αλκοολική! Και είχα το θράσος να κάνω ακόμα όνειρα, έστω και βουβά.
Έτσι, η ζωή μου κάπως ηρέμησε, πήρε μια πορεία. Περίμενα να δώσω εξετάσεις τον Σεπτέμβριο. Δούλευα, διάβαζα και ζούσα με το Δέλτα. Μάλλον όχι! Δεν ζούσα μόνο με το Δέλτα. Είχα και τις δυο πραγματικές αγάπες μου: το κουνάβι και τη σκυλίτσα μου! Αυτή ήταν η ζωή μου στο διαμέρισμα στην Καλλιθέα, ούτε ένα χιλιόμετρο μακριά από το στριπτιζάδικο, λες κι έπρεπε να είμαι κοντά στο μαγαζί, για να μην το ξεχνάω, να μην ξεχνάω τι ήμουν και τι έκανα!Τετάρτη, Ιανουαρίου 10, 2007
testimonial

Στην αρχή, όταν πρωτοσυνέβη, το θεώρησα τυχαίο. Ήμουν σε μια παρέα και όταν ήρθε η κουβέντα στα κορίτσια αυτά, επικράτησε πολεμικό κλίμα κι από τις τρεις παριστάμενες "κυρίες". Ξέρετε, του τύπου " Δεν καταλαβαίνω πώς κάνετε έτσι" ή " Ήθελα νάξερα τι τους βρίσκετε" ή " Μα καλά, για πουτάνες θα μιλάμε τώρα". Τέτοια πράγματα. Όταν όμως έζησα το ίδιο σκηνικό και σε άλλη παρέα, άρχισα να αναρωτιέμαι. Και για να αυξήσω το στατιστικό μου δείγμα, ώστε να είναι αξιόπιστο το αποτέλεσμα, σε όποια παρέα κι αν βρισκόμουν έντεχνα ή μη έθετα προς συζήτηση το συγκεκριμένο θέμα.
Αντίδραση; Πάντα η ίδια. Μερικές φορές περιβεβλημένη με δήθεν τρυφερότητα, άλλες φορές με κατανόηση ή με συμπόνια. Στο βάθος όμως κήπος, τουτέστιν, αντιπαράθεση και πολεμική! Και όπως σε κάθε υφέρποντα ρατσισμό που σέβεται τον εαυτό του, πάντα υπήρχαν ιδεολογήματα και εκλογικεύσεις για αιτιολόγηση της πολεμικής. Και γεννιέται το ερώτημα:
Σε τι αισθάνεται καλύτερη μια μέση ελληνίδα τριαντάρα από μια ρωσίδα στριπτιζού;
Προφανώς, κριτής, θα πρέπει να είναι οι άντρες, αφού εξ’ ονόματός των πραγματοποιείται η μάχη. Αναλαμβάνω λοιπόν να πραγματοποιήσω την σύγκριση, κι αν δεν απηχώ τον ανδρικό πληθυσμό, παρακαλώ ας με διορθώσει.
Σημείωση: Η βαθμολόγηση είναι με άριστα το 10.
1.Εμφάνιση
Σε γενικές γραμμές, η εξωτερική εμφάνιση των ελληνίδων έχει βελτιωθεί. Όμως σ’ εκείνες τις χώρες, έχουν βρει το καλούπι και τις φτιάχνουν σωρηδόν μουνάρες! Εξ’ άλλου δεν θα μπορούσαν αλλιώς να δουλεύουν σε τέτοια δουλειά.
Ελληνίδες 6 – Στριπτιζούδες 8
Μιλώντας για τον μέσο όρο, τα πράγματα είναι μάλλον ισόπαλα. Και άσχετες ελληνίδες έχω συναντήσει και βλαχούλες ρωσίδες. Από την άλλη υπάρχουν και εκπρόσωποι με αξιοσημείωτη παιδεία κι από τις δυο μεριές.
Ελληνίδες 7 – Στριπτιζούδες 7
Δύσκολα τα πράγματα. Πρόκειται για κάτι τελείως προσωπικό. Εξαρτάται δε και από τον παρτενέρ. Έχω μείνει ικανοποιημένος κι από τις δύο κατηγορίες. Ισοπαλία κι εδώ!
Ελληνίδες 8 – Στριπτιζούδες 8
Αυτά! Τι άλλα νέα; Τα παιδιά καλά; Πώς πάει η δουλειά;;
Κοιτάξτε μάγκες: αν δεν έχετε πάει σε σπίτι ρωσιδούλας, να μείνετε τουλάχιστον ένα διήμερο, ΟΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΩ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΟ!
Ελληνίδες 5– Στριπτιζούδες 10
Λοιπόν, αντίθετα απ’ ότι ίσως νομίζατε οι περισσότεροι, τα ξένα κορίτσια είναι ΕΞΟΡΓΙΣΤΙΚΑ πιστά! Όταν έχουν γκόμενο ή άντρα, αντιστέκονται (ενώ γουστάρουν αυτόν που τους κολλάει) όσο δεν έχω δει ποτέ ελληνίδα να το κάνει! Επίσης, έχουν χορτάσει από φλερτ, έχουν βαρεθεί να τους κολλάνε, έχουν απομυθοποιήσει τους ξαφνικούς έρωτες, ξέρουν πως είναι ωραίες και δεν ψάχνουν επιβεβαίωση. Με λίγα λόγια, πολύ δύσκολα σε κερατώνουν.
Ελληνίδες 6 – Στριπτιζούδες 8
Εδώ κι αν χάνουν το παιχνίδι μαρς οι ελληνίδες. Σπανίως θα σου πει ψέματα το ρωσιδάκι (ή ουκρανάκι ή λιθουανάκι). Έχουν μάθει να τα λένε όλα στη μούρη, καλά και κακά. Ακόμα και στη δουλειά τους, αληθινές είναι: ξέρεις από την αρχή τι ακριβώς θέλουν από σένα. Μάλιστα, το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχουν με τους έλληνες γκόμενους είναι ακριβώς αυτό. Τα πολλά και εύκολα ψέματα που λέμε.
Ελληνίδες 5– Στριπτιζούδες 10

Ε, ας χάσουν και μια κατηγορία οι ξένες, γιατί στο τέλος θα με πουν και μεροληπτικό. Οι ελληνίδες έχουν σαφώς καλύτερο γούστο σε όλα τα πράγματα. Το τι θα δεις να φοράνε οι ανατολικές, δεν περιγράφεται! Να προσθέσω όμως πως όταν μια ρωσίδα συνοδεύεται από τον άντρα ή το γκόμενό της, αποκλείεται να ντυθεί σαν ξέκωλο, θα είναι σεμνή.
Ελληνίδες 8 – Στριπτιζούδες 5
"Πο-τέ θα κά, πο-τέ θα κά-α-νει ξα-στε-ριά…" Αυτά και άλλα τέτοια τραγούδια.
Ελληνίδες 6 – Στριπτιζούδες 10
Δύσκολος ο ορισμός της έννοιας. Δύσκολη και η παραμετροποίηση και η βαθμολόγηση. Αν πάντως με τον όρο αυτό εννοούμε αυτά που συνέβαιναν παλιότερα, αν συνυπολογίσουμε την ειλικρίνεια και την πίστη της γυναίκας προς τον άντρα, αν θεωρήσουμε πως στους καιρούς μας θεωρείται κάπως παλιομοδίτικη ακόμα και η αναφορά του όρου, τότε μάλλον κερδίζουν τα ξένα τα κορίτσια.
Ελληνίδες 6 – Στριπτιζούδες 7
Αν δεις μια ρωσίδα με τον άντρα της έξω, θα πιστέψεις πως δεν υπάρχει πιο ερωτευμένη γυναίκα. Τον σέβεται, τον υπακούει, λέει λίγα, κάνει ό,τι θέλει αυτός, τον κοιτάει στα μάτια. Πώς ήταν η γιαγιά με τον παππού μας; Ακριβώς έτσι. Τονώνει τον ανδρισμό του, γιατί ξέρει πως έτσι ωφελείται κι αυτή. Τι είπατε κυρίες μου; Νομίζατε πως αυτά τα είχαμε ξεπεράσει; Μπα, απλώς νομίσατε. Κάθε άντρας θέλει έτσι τη γυναίκα του. Όχι υποχείριο του, μα ούτε και αναβάτη πάνω στην πλάτη του με μαστίγιο! Κι αν ακόμα του έχει πάρει τον αέρα, ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΑΥΤΟ ΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ !
Ελληνίδες 6 – Στριπτιζούδες 10
Συνολικό σκορ: Ελληνίδες 63 Στριπτιζούδες 83
Και να σας πω και κάτι ακόμα κυρίες μου; Ο ίδιος άντρας, πιο άντρας θα φαίνεται όταν έχει δίπλα του τη ρωσίδα, πιο μάγκας θα αισθάνεται, πιο πολύ σεξ θα της κάνει.
