Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2007

Άντε ρε μαλάκα...(sorry Pascal)

Είχα να την δω πάνω από 20 μέρες. Περνώντας από τον καναπέ, μου ένευσε, κάτι σαν "θα τα πούμε αργότερα". Πράγματι, γύρω στις 5 το πρωί, ήρθε στον καναπέ. Αδύνατη όπως πάντα, πλατινέ μακρύ μαλλί όπως πάντα, αντράκι όπως πάντα. Κάθησε πάνω στο δεξί μου πόδι και με αγκάλιασε και με τα δύο χέρια της απ' το λαιμό μου. Με φίλησε και την φίλησα.
"- Τι κάνεις κορίτσι μου;"
" - 'Αντε γαμήσου ρε μαλάκα". Έτσι προσπαθούσε πάντα να κρύψει την συναισθηματική της φόρτιση. Συνέχισε να έχει το ένα της χέρι περασμένο γύρω από το λαιμό μου.
" - Και εγώ χαίρομαι που σε βλέπω", της είπα.
Πήρε τσιγάρο και το άναψε. Ανοιγόκλεισε τις μεγάλες και ψεύτικες βλεφαρίδες της, ξεφύσηξε τον καπνό και μου είπε:
" - Δηλαδή ρε μαλάκα, εδώ ερχόμαστε σε σας, για να πάρουμε κάρτες;"
Δεν καταλαβαίνω σε τι αναφέρεται. Απομακρύνω λίγο το κεφάλι μου, χαλαρώνω τη λαβή της και την κοιτάω στο πρόσωπο.


" - Τι λες παιδάκι μου;" Αυτή συνεχίζει με τη μπάσα φωνή της και την χαρακτηριστική βαρειά ξενική προφορά στα ελληνικά της:
" - Αυτό που σου λέω, μαλάκα. Ερχόμαστε εδώ για να πάρουμε κάρτες; Γιατί τα γράφεις αυτά;"
΄Ωπα, αρχίζω να μπαίνω στο νόημα.
" - Τι γράφω;"
" - Τα διάβασα όλα. Αυτές τις μαλακίες που γράφεις στο ίντερνετ για μας."
Απίστευτο. Είχε βρει το blog και διάβασε τα κείμενά μου. Και όπως ήταν φυσικό, δεν κατάλαβε καλά. Μιλάει καλά ελληνικά, αλλά το διάβασμα είναι μια άλλη υπόθεση. Προσπαθώ να της εξηγήσω.
" - Κοίτα Μίκα, δεν είναι έτσι. Δεν έγραφα πως έρχεστε για κάρτες. Έγραφα πως έρχονται οι κοπέλες και κτυπάνε κάρτα στον καναπέ μας. Αυτό σημαίνει πως κάνετε κάτι που επαναλαμβάνεται κάθε φορά, όπως οι εργαζόμενοι που κτυπούν κάρτα, όταν πηγαίνουν το πρωί στη δουλειά. Κάτι σαν να το έχετε υποχρέωση."
" - Ποια υποχρέωση; Θυμάσαι πόσες φορές μου είπες να με κεράσεις ποτό και εγώ σου είπα όχι, μην χαλάς τα λεφτά σου. Και συ γράφεις μαλακίες..."
Με τα πολλά καταλαβαίνει πως ήταν παρεξήγηση. Νόμιζα πως όλα τέλειωσαν. Κι όμως:
" - Και δεν μου λες, πότε έχεις έρθει εσύ εδώ με Αρμάνι μουστούμι και παπούτσια Πράντα; Όλο μαλακίες έγραφες. Και είχα θυμώσει τόσο όταν τα διάβαζα, δεν έβρισκα όμως τον τρόπο να σου γράψω, όπως όλοι οι άλλοι από κάτω".
" - Ρε συ, εκείνο το κείμενο είχε τίτλο Όνειρο, δεν ήταν αλήθεια. Ήταν σαν να το είχα δει στον ύπνο μου."
" - Και σιγά μην παντρεύτηκες κάποια στην κουζίνα, μαλάκα..." συνεχίζει ακάθεκτη. Θυμάται πολλές λεπτομέρειες, μου κάνει εντύπωση. Όταν με τα πολλά την πείθω πως γράφω κάτι σαν λογοτεχνία, ό,τι δεν είναι πιστή περιγραφή της πραγματικότητας όλα τα κείμενά μου, τότε μου αναφέρει τις Δέκα Εντολές για το στριπτιζάδικο:
" - Και αφού είναι λογοτέχνη(sic), τότε γιατί έγραψες οδηγίες για το μαγαζί; Και τους λες να μας μεθάνε; Να έρχονται αργά, για να πληρώνουν λιγότερα; Να προσέχουν να μην τους δουλεύουμε; Με ποιους είσαι ρε μαλάκα; Με μας ή με τους άλλους; Μαλάκα, ε μαλάκα!"
Δεν είχα ξανακούσει τόσο πολλές φορές το χαρακτηρισμό "μαλάκας" να απευθύνεται σε μένα. Κι αντί να θυμώσω, είχα ξεκαρδιστεί στα γέλια. Και τόσο η Μίκα "φόρτωνε".
Και καθώς την κοίταζα να ξεδίνει και να ηρεμεί σιγά σιγά, με το χέρι της πάντα γύρω απ' το λαιμό μου, προσπάθησα να την ησυχάσω.
" - Ηρέμησε, όσα γράφω είναι συνήθως καλά για σας. Αφού πολλές γυναίκες που τα διαβάζουν, με βρίζουν που σας υπερασπίζομαι και σας παρουσιάζω τόσο καλές..."
" - Καλά, άστα αυτά μαλάκα, δεν με κοροϊδεύεις εμένα" είπε σαφώς πιο ήρεμη, με χαμόγελο στα χείλη της " και δεν μου λες, σε διαβάζουν πολλοί;"
" - Μπα, μην ανησυχείς. Λίγοι με διαβάζουν, κάτι φίλοι μου μόνο." Και τότε σκέφτηκα πως αν το μάθουν και άλλες κοπέλες, θα πρέπει να εξηγώ στην καθεμιά τους, μέρες ολόκληρες!" Κοίτα μόνο, δεν θέλω να το ξέρει κανείς πως είμαι εγώ αυτός που τα γράφει, έτσι;"
" - Α, εντάξει τότε. Θέλω όμως να μου πεις πώς θα σου αφήνω κι εγώ μήνυμα, να σε βρίζω. Άμα σου γράφω κάτι, το βλέπουν και οι άλλοι;"

" - Φυσικά, όλοι το βλέπουν".

" - Και να σου πω και κάτι άλλο; Μην έχεις τίτλο στη σελίδα σου Striptease, καλύτερα να την λες Μαλάκας".

" - Αυτό δεν μπορώ να το κάνω Μίκα μου" απάντησα, "γιατί τον τίτλο αυτό τον κατέχει άλλος"

Sorry ρε συ Pascal (malaka)!

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007

Μίσος


Τον μισώ.
Κάθε που με κοιτάει, έρχεται και πιο κοντά μου.
Όταν δεν έρχεται στο μαγαζί, τρελαίνομαι. Μου λείπει.
Όταν έρχεται στο μαγαζί, τρελαίνομαι. Δεν θέλω να είναι αυτός ο κόσμος μου.
Κι αν είναι, δεν θέλω να βρίσκεται εκεί κι αυτός.
Τον μισώ.
Όσο κι αν προσπάθησα να μην τον θέλω, τίποτα δεν πέτυχα.
Όσο κι αν προσπάθησα να βρεθώ μαζί του, ποτέ δεν το τόλμησα.
Τον μισώ.
Περνάει ο χρόνος και η ήττα μου είναι πια ολοφάνερη.
Ο φόβος μου πανηγυρίζει.
Η ηρεμία, ουτοπία. Πουθενά πια κάλμα, όταν τον σκέφτομαι.
Τον μισώ.
Όσο με θέλει, τόσο πιο μακριά του αισθάνομαι.
Όσο με καταλαβαίνει, τόσο πιο ανάξιά του είμαι;
Όσο, λες και δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο, εισχωρεί στο μυαλό και στην ψυχή μου.
Λες και δεν είναι πανύψηλος ο τοίχος που τόσα χρόνια έχτιζα.
Μα δεν τον βλέπει;
Να πεις πως δεν αντιστάθηκα; Όσο ποτέ.
Να πεις πως δεν το πήρα εκατό και άλλες εκατό φορές απόφαση;
Τον μισώ.
Με κάνει επίορκη, με τέτοια ευκολία που με τρομάζει.
Δεν μπορώ πια να ξαπλώσω στο κρεβάτι, γυναίκα του άντρα μου.
Κι αυτός σπανίως επιμένει. Ο άντρας μου συνέχεια.
Τον μισώ.
Με θέλει τόσο πολύ, που δεν τον νοιάζει να μην μ’ έχει.
Τον θέλω τόσο πολύ, που δεν τον νοιάζει να μην μ’ έχει.
Τον θέλω τόσο πολύ.
Τον θέλω.
Τον αγαπώ.
Με μισώ.

Τετάρτη, Μαρτίου 14, 2007

The return of Sofogreg




"... to a theatre near you"



Μην το χάσετε.

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

Πόσες;


Όταν περπατάει, πέφτουν τα τσιμέντα.

Όταν λικνίζεται, νομίζεις πως ακούς το νερό να συναντά τα βότσαλα στην παραλία.

Την βλέπεις να σηκώνει τα χέρια της, να πιάνει τα μαύρα μαλλιά της και να προσπαθεί να τα κάνει κότσο. Ευθυγραμμίζονται οι ώμοι της και παρακαλάς να μην ξανακατέβουν.

Την κοιτάς να γέρνει και να ακουμπάει το σαγώνι στον ώμο της και βλέπεις την γυναίκα.

Βγάζει τα παπούτσια της και βάζει τις πατούσες της κάτω από το μηρό σου - ταχυπαλμία.

Κουλουριάζεται στην αγκαλιά σου, αισθάνεσαι πως μπορείς να κάνεις τα πάντα γι' αυτήν.

Ανάβεις το τσιγάρο της και συνεχίζεις να κρατάς αναμμένο τον αναπτήρα σου. Δεν χορταίνεις τα πράσινα υγρά της μάτια.

Σε φιλάει και γεμίζει φως το μαγαζί. Κι όταν σε ξαναφιλάει, πάλι αισθάνεσαι πως θα είναι η τελευταία φορά. Και κάθε επόμενο φιλί - επέκταση του ατελείωτου.

Όταν τεντώνεται και προτάσσει το στήθος της...

Άσε ρε μαλάκα. Μπορείς να βρεις και καλύτερη. Υπάρχουν τόσες καλύτερες. Τόσες.

Πόσες;

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2007

Όνειρο;

Γύρω στις τέσσερις. Μπήκαμε στο μαγαζί. Μέρα Πέμπτη, κατά τα άλλα συνηθισμένη. Χαιρετούρες και κατευθείαν στον καναπέ μας. Όλη η παρέα. Αν και διαφωνούσαν, ήρθαν όλοι μαζί: ο Πι, ο Σίγμα, ο Κάπα κι εγώ. Άρχισαν να έρχονται οι κοπέλες να "χτυπήσουν κάρτα", να μας χαιρετήσουν δηλαδή μία προς μία. Η μέρα είχε επιλεχθεί προσεκτικά. Όλες οι πιο κοντινές στην παρέα μας έπρεπε να είναι εκεί. Κανείς δεν ήξερε τι θα γίνει, ούτε καν η παρέα. Είχα πει απλώς πως θα κάνω κάποιο happening στην Άντζελα. Ήξεραν φυσικά πόσο τη γούσταρα. Με φοβόντουσαν και γι’ αυτό δεν συμφωνούσαν. Ο Κάπα, ο "αρχηγός", μου είχε επιστήσει την προσοχή: " - Κανόνισε να μην γίνουμε ρεζίλι. Έχουμε και μια μούρη στο μαγαζί". Τον καθησύχασα. Δεν με πολυπίστεψε. Δίκιο είχε.
Στην αρχή, οι κοπέλες δεν με αναγνώρισαν, έτσι ντυμένο με κουστούμι, πρώτη φορά με έβλεπαν – το ίδιο και οι δικοί μου. Φορούσα το μαύρο μου Αρμάνι, με άσπρο πουκάμισο φαρδύ, μανίκια λίγο σηκωμένα, χωρίς γραβάτα, μαύρα Prada παπούτσια. Αξύριστος δύο μέρες, με ζελέ στα μαλλιά. Τελικά, ίσως και να κάνουν τα ράσα τον παπά. Ήρθε η δικιά μου. Τέντωσε τα μάτια γεμάτη έκπληξη. Της άρεσε όμως αυτό που έβλεπε. Κάθισε για λίγο πάνω στα πόδια μου, με φίλησε ως όφειλε και μετά πήρε τη θέση της δίπλα μου στον καναπέ. Ανοίξαμε σαμπάνια για όλους. Την καλύτερη που είχε το μαγαζί. Την έστειλα να αλλάξει, να φορέσει ένα μαύρο φόρεμα που είχε. Ξέκωλο – αφού το φορούσε στη δουλειά, αλλά τύπου βραδινό. Ήπια και εγώ, ήταν ειδική μέρα.
Με τον dj είχα συνεννοηθεί τρεις μέρες πριν, του είχα δώσει και το cd. Αρκούσε ένα νεύμα μου, το σύνθημα. Το πρώτο μπουκάλι Dom Perignion τελείωσε και ανοίξαμε δεύτερο. Ήταν κάπου στη μέση του, η ώρα είχε πάει πέντε παρά. Έδωσα το σύνθημα στον dj και σηκώθηκα από τον καναπέ – δήθεν για τουαλέτα. Από το μικρόφωνο ο dj ανακοίνωσε πως θα ακολουθήσει special show και δεν έλεγε ψέματα. Όπως συνήθως συμβαίνει έσβησε τελείως τα φώτα, για να τοποθετήσουν υποτίθεται το ντεκόρ. Στάθηκα δίπλα στην πίστα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και σκέφτηκα το βλέμμα της Άντζελας. Ανέβηκα πάνω στην πίστα και στάθηκα προσοχή στο κέντρο, δίπλα στον στύλο. Τότε, μετά από 5 δευτερόλεπτα πλήρους ησυχίας, άναψαν τα φωτορυθμικά, άρχισε να παίζει το τραγούδι. (Σημείωση για τους αναγνώστες: αν δεν το έχετε ήδη βάλει, βάλτε το να παίξει τώρα.)
Αρχίζω να τραγουδάω, σαν καραόκε χωρίς όμως να ακούγεται η φωνή μου:
"The night we met I knew I needed you so
and if I had the chance I'd never let you go…"
Γυρίζω προς το μέρος του καναπέ και την κοιτάω
"…So won't you say you love me
I'll make you so proud of me
We'll make 'em turn their heads
Every place we go So won't you please…"

Όλη την ώρα κουνάω τα χέρια μου, σαν να απαγγέλλω τους στίχους. Τα τεντώνω και τα μαζεύω, δείχνω το νόημα των στίχων όπως κάνουν οι σκυλάδες.

"…(Be my be my baby) Be my little baby
(I want it only say) Say you'll be my darling
(Be my be my baby) Be my baby now
(I want it only say) Ooh, ohh, ohh, oh…"

Επίτηδες διάλεξα τις Ronnettes. Μου άρεσε το contrast, ένας άντρας με κουστούμι και οι γυναικείες φωνές τους. Πλησιάζω στην άκρη της πίστας και την δείχνω συνεχίζοντας

"…I'll make you happy, baby
Just wait and see
For every kiss you give me
I'll give you three…"
Την καλώ να ανέβει. Σηκώνεται αποσβολωμένη, ενώ την φωτίζει ο προβολέας. Έρχεται προς το μέρος μου, ενώ συνεχίζω να τραγουδάω

"…Oh, since the day I saw you
I have been waiting for you
You know I will adore you
Till eternity
So won't you please…"

Φτάνει και την πιάνω από το χέρι. Αγκαλιαζόμαστε και χορεύουμε σαν μπλουζ σε εφηβικό πάρτυ.

"(Be my be my baby) Be my little baby
(I want it only say) Say you'll be my darling
(Be my be my baby) Be my baby now
(I want it only say) Ooh, ohh, ohh, ohh, oh"
Τέλος. Την φιλάω απαλά στα χείλη. Οι πελάτες ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Έχουν καταλάβει πως δεν είναι μέρος του show. Την πιάνω από τη μέση και τη σηκώνω αγκαλιά. Κατεβαίνω από την πίστα και συνεχίζω προς το διάδρομο, με την Άντζελα στην αγκαλιά μου. Γύρω μας πελάτες να κοιτούν και στριπτιζούδες βουρκωμένες.
Φτάνω στο μπαρ, κοντά στην έξοδο του μαγαζιού. Περνώ από μπροστά και μπαίνω στην πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα. Κι εκεί, κάτω από το φως που έχουν οι κουζίνες και τα κρεοπωλεία, αυτό το αρρωστημένο άσπρο-γκρι από λάμπες φθορίου, την κατεβάζω από την αγκαλιά μου, την ακουμπάω όρθια στα πόδια της. Την κοιτάω, χαμογελάω και βγάζω από την τσέπη μου ένα δαχτυλίδι. Της το φοράω στο τέταρτο δάχτυλο του αριστερού χεριού και λέω:
" - Θες να γίνεις γυναίκα μου;"
" - Ναι" ψελλίζει.
Και παντρευτήκαμε. Μάρτυρες στο γάμο η κοπέλα που σκουπίζει το μαγαζί και το παιδί που πλένει τα ποτήρια – δύο δεν χρειάζονται;
.
..
...
....
.....
......
.......
Ξύπνησα. Η διάθεσή μου εξαιρετική. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και ο ουρανός ήταν μολυβί. Τεντώθηκα και χάιδεψα το γάτο μου. Σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο. Κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Είχε ένα σημάδι από κραγιόν. Χαμογέλασα ικανοποιημένος.
Ωραία αρχή, για το υπόλοιπο της ζωής μου, σκέφτηκα.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 25, 2007

Λόλα



Την πρόσεξα για πρώτη φορά, όταν την είδα να περπατάει στον διάδρομο, ανάμεσα στους καναπέδες. Κάτι δεν μου κόλλαγε. Ήταν ψηλή, πολύ αδύνατη. Ξανθά ίσια μαλλιά αρκετά πιο κάτω από τους ώμους. Πρόσωπο με έντονα χαρακτηριστικά, ψεύτικες βλεφαρίδες, πολύ έντονα χείλη και ζυγωματικά. Μικρό στήθος, κοιλιά που έκανε εσοχή. Τα οστά της λεκάνης προεξείχαν. Πολύ λεπτά χέρια και πόδια. Όσο την κοίταζα, τόσο σιγουρευόμουν πως υπέφερε από anorexia nervosa.
Και τότε κατάλαβα τι μου φαινόταν παράξενο: έμοιαζε πολύ με μοντέλο. Η όψη της, το σώμα της, το περπάτημά της. Δεν ταίριαζε σε στριπτιζάδικο, σαν τη μύγα μες στο γάλα. Εξέπεμπε αυτό το «κρύο» που έχουν τα μοντέλα, καθόλου την καβλιάρικη αίσθηση των στριπτιζούδων.
Ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Σταύρωσε τα πόδια της. Ήταν τόσο αδύνατα που φαίνονταν σαν να είχαν αλλάξει θέση, ήταν και έτσι σχεδόν παράλληλα μεταξύ τους. Έβγαλε ένα τσιγάρο, το έβαλε στο στόμα της και γύρισε προς το μέρος μου με κίνηση βαμπ. Πήρα τον zippo από το τραπέζι και της πρόσφερα φωτιά. Τράβηξε μια τζούρα με λαιμαργία και ξεφυσώντας μου είπε στα ελληνικά, με χαρακτηριστική ρώσικη προφορά:
"- Δεν θέλω να ρωτήσω το όνομά σου."
" - Μην το ρωτάς", απάντησα.
" - Ήθελα να μάθω αν με βρίσκεις όμορφη."
" - Όχι απλώς όμορφη. Θεά" είπα. Αν και δεν είσαι του γούστου μου, σκέφτηκα.
Έμεινε να κοιτάει ευθεία μπροστά και δεν μίλησε για 2-3 λεπτά. Μετά πήρε το ποτήρι μου και ήπιε μια γουλιά. Το αποφάσισε.
" - Είναι σωστό μια τόσο ωραία κοπέλα σαν κι εμένα να δουλεύει σε τέτοιο μαγαζί;"
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Τι να πω; Συνέχισε λες και δεν περίμενε απάντηση.
" - Εγώ έπρεπε να περπατάω σε πασαρέλα. Στο Μιλάνο ή το Παρίσι". Γύρισε προς το μέρος μου.
" - Δίκιο έχεις. Και εγώ όταν σε είδα, αυτό σκέφτηκα". Την κοίταξα στα μάτια. Στο μισοσκόταδο το βλέμμα της ήταν χαμένο – τόσο που σου φαινόταν χαζό, κρύο, αποξενωμένο, μα πάνω απ’ όλα λυπημένο.
" - Πόσο χρονών είσαι;" την ρώτησα.
" - Είναι αργά πια. Άστο" μου απάντησε. Σήκωσα το αριστερό μου χέρι και με την έξω πλευρά της χάιδεψα απαλά το μάγουλο. Αισθάνθηκα το χέρι μου υγρό. Σφίχτηκε η ψυχή μου. Το βλέμμα της ίδιο και απαράλλαχτο. Σηκώθηκε να φύγει. Την ώρα που έσβηνε το τσιγάρο, της είπα:
" - Ποτέ δεν είναι αργά, αν το θες πολύ".
Χαμογέλασε και μου ανταπέδωσε το χάδι στο μάγουλο.
" - Δεν ξέρεις εσύ. Με λένε Λόλα".
Έφυγε περπατώντας σαν σε επίδειξη του Vercace. Το κεφάλι ψηλά. Η ψυχή ποδοπατημένη.
Και τότε κατάλαβα.

Μερικές φορές από την αρχή είναι πολύ αργά.